Ο Κερουσίτης είναι, πια, εξήντα και έξι ετών. Κρατά στα χέρια του τον, εδώ και μια ζωή, αξιόπιστο, ηχογραφέα του. Μια συσκευή, που παρά τις κακουχίες που έχει περάσει, καταφέρνει και διατηρεί σε καλή κατάσταση την υψηλή ποιότητα των ηχητικών δειγμάτων που περιέχει.
Στον πρώτο φάκελο υπάρχουν οι μουσικοί πειραματισμοί του καλλιτέχνη Άϊς Έϊταν.
Επτά μονόξυλα, ένα ποίημα του Άϊς Έϊταν και της Άϊντο Νίντσα.
Σε σχηματισμό V, ακολουθεί ροή,
θέλει προσοχή, υπομονή, στα νερά ανυπακοή.
Μονόξυλα φτερά, παπιά τραβούν κουπιά, δράκαινες στα βαθιά γεννούν παιδιά.
Το αρχιπαπί κανεί κουπί, κάθε σκαλμός στροβιλισμός.
Εκτός χρόνου παπιά, κυματοθραύστες κουπιά,
συγχρονισμένοι χορευτές, χαράζουν την ουρά του παπιού, του κουπιού του παπιού.
Σε ένα δεύτερο αρχίζουν οι ιερογραφήσεις των μελών της φυλής των Ανεμάκι από τη στιγμή που πάτησαν το πόδι τους στις ακτές του νησιού των χιλίων κυμάτων, τρία χρόνια πριν.
Ανάβει μια μικρή ιερή φωτιά και αναπαράγει σε διπλή ταχύτητα τα δείγματα του δεύτερου φακέλου. Συνειδητοποιεί πως πρόκειται για ένα εντυπωσιακό σύνολο απομνημονευμάτων.
Κρατά για υπόβαθρο τα ηχητικά τοπία του Άϊς Έϊταν, και αποφασίζει να απομαγνητοφωνήσει το ιερό έργο και να αντιμετωπίσει κάθε απόσπασμα στη χρονική αλλά μη γραμμική, σειρά εγγραφής του. Συμπληρώνει με τον απαραίτητο αφηγηματικό λόγο, διακοσμεί με χειροποίητα ιερογραφικά και σχηματίζει τα βιβλία του, “Παραισθήσεις Νιότης και Εποχών”.
Στο πρώτο απόσπασμα του δεύτερου φακέλου, ένας διπλός, ξερός, σκληρός βήχας ακούγεται.
“Φυλή! Με εμπιστευθήκατε να συγκρoτήσω τα βασικά μας ένστικτα και προσπάθησα να σώσω όσους μπορούσα από τα παραληρήματα της νιότης. Εδώ λοιπόν, γύρω από τη φωτιά στο πλάι καινούργιων, απόκρημνων βράχων εμπιστευτείτε με ξανά, εσείς οι ολιγοστοί εναπομείναντες Ανεμάκι.
Τούτες τις λίγες ώρες πριν ολοκληρώσουμε την αποστολή μας, ας φάμε το κατσίκι και ας θυμηθούμε πως η τρικυμία που μας ξέβρασε σε αυτήν την ακτή, μας άφησε λειψούς αλλά ζωντανούς για ακόμα μια μέρα να εξιστορήσουμε, να ηχογραφήσουμε και να αρδεύσουμε δύναμη για τη συνέχιση του αγώνα, για την κατάκτηση της κορυφής του νησιού των χιλίων κυμάτων!”
Η τελική μάχη θα δινόταν ενάντια στην ίδια τη φύση του νησιού και η επικράτηση θα ήταν δύσκολη, σχεδόν ακατόρθωτη, σε αυτή τη διαπίστωση είχαν συμφωνήσει όλοι. Είτε γιατί οι συνθήκες γίνονταν ακραία αντίξοες κάθε φορά που πλησίαζε κανείς το νησί είτε γιατί η φυλή κάποτε κυνηγούσε κάτι άλλο, διαφορετικό, άγνωστο. Κάτι που ένιωθε πως θα την συνέδεε με το πεπρωμένο της.
“Από πού να αρχίσει κανείς να αφηγείται τα μνημειώδη έργα που ζήσαμε; Η αφετηρία δεν μένει να είναι παρά σφιχτά δεμένη με την τύχη μας! Παρακαλώ, συμπληρώστε με και διορθώστε με όποτε προκύψει, γιατί φίλοι μου, η τύχη μας δεν έπαψε και όσο ζει, σπάνια σφάλλει”.
Όσο περισσότερο τα μέλη της φυλής, νέοι ακόμα, αμφιταλαντεύονταν, τόσο σκλήραινε η φύση απέναντί τους, όλο και μεγάλωνε τα κύματα. Τρυπούσαν τα μάτια τους και έμπηγαν το αλμυρό νερό στα γλυκά σωθικά τους. Στην βρεγμένη άμμο όσο και αν καθόντουσαν και να το συζητούσαν, όσα ψαροκόκκαλα και αν μαδούσαν, όσο και αν περίμεναν κάποιο θαύμα να ανακουφίσει την πείνα τους, πάλι έκαναν όνειρα για το νησί και σχέδια για την κατάκτησή του.
Διότι, όπως κάθε άλλος έτσι, ο δικός μας πόλεμος πρέπει να λήξει κάποια στιγμή. Πρέπει να κερδίσουμε. Είναι πολλά, τα τριάντα χρόνια των περιοδικών μαχών και όλοι, κουρασμένοι, επιθυμήσαμε με όσες διαθέσιμες εναπομένουσες δυνάμεις όσο τίποτα άλλο, το τέλος, ένα τέλος. Η σύγκρουση με τους πειρατές πρέπει να κλείσει με τρόπο που δεν θα αμφισβητηθεί ξανά η κυριαρχία μας στο Άνιμα Κει.”
Συνέχεια φλέγονταν η ψυχή τους μέχρι που τελικά πήραν την απόφαση. Ο εποχικός πόλεμος έπρεπε να κερδηθεί πάση θυσία. Το νησί των χιλίων κυμάτων έπρεπε να κατακτηθεί από τους Ανεμάκι πρώτα.
“Η σημαία με σύμβολα το ψαροκόκκαλο, το κουπί και το νησί πρέπει να γίνει ορατή σε όλο το πανόραμα, να αναρτηθεί σε ψηλό κοντάρι στην κορυφή του νησιού των χιλίων κυμάτων να μπορούν να τη δουν όλοι!”.
Τα σχέδια εναέριας πτώσης και υγρής πλεύσης καταστρώθηκαν από τον Ρις και παρουσιάστηκαν το προηγούμενο μερόνυχτο της τελικής επιχείρησης. Οι επίλεκτοι πιλότοι θα ξεκινούσαν για την πλέον επικίνδυνη περιπέτεια στα χρονικά της μεγάλης σπηλιάς του Άνιμα Κει.
Ένα σμήνος επτά μονόξυλων και μιας αεροσυνοδού θα έπλεε βράδυ από αυτή τη σπηλιά προς το μυθικό νησί.
“Από τη μία, η αποστολή της αεροσυνοδού είναι ένα απόλυτα ορισμένο, βάση σχεδίου πτήσης, γεγονός. Η ελεύθερη πτώση της θα γίνει δια αποβολής από την ουρά του αεροσκάφους, με σκοπό την επιτυχημένη προσγείωσή της με τα απαραίτητα αναρριχητικά εφόδια εις στην ακτή.
Από την άλλη, η νηοπομπή θα πρέπει να ακολουθήσει συγκεκριμένες οδηγίες. Σε υδροδυναμικό σχηματισμό, τα μονόξυλα, σαν παπιά θα τοποθετηθούν στην καλύτερη δυνατή θέση και θα κουνούν τα κουπιά τους σαν φτερά, στον καλύτερο δυνατό ρυθμό έτσι ώστε να εξοικονομούν ενέργεια και δυνάμεις για τα παπιά που θα πλέουν στο πίσω μέρος του V. Κάθε παπί θα πρέπει να τοποθετεί το κουπί του, εις στο κινούμενο, προς τα επάνω τμήμα του στροβίλου αέρα, που δημιουργείται από την άκρη του κουπιού του παπιού που πλέει μπροστά.
Ο στρόβιλος αυτός όμως αλλάζει θέση προς τα επάνω ή προς τα κάτω καθώς το παπί που βρίσκεται μπροστά κουνάει τα κουπιά του. Για τον λόγο αυτό το παπί που βρίσκεται από πίσω δεν θα πρέπει μόνο να τοποθετηθεί στην κατάλληλη θέση αλλά επί πλέον να κουνάει τα κουπιά του στον κατάλληλο χρόνο, ο οποίος αλλάζει ανάλογα με την απόσταση μεταξύ των παπιών.
Αυτά που θα βρίσκονται στα σκέλη του V, λίγο πιο πίσω από το παπί που θα πλέει μπροστά, θα κουνούν τα κουπιά τους συγχρονισμένα ώστε να επιτρέπουν σε εκείνα που πλέουν τελευταία να παίρνουν περισσότερη ώθηση, ενώ εκείνα που βρίσκονταν ακριβώς πίσω από τον οδηγό θα κουνούν τα κουπιά τους εκτός χρόνου ώστε να ελαχιστοποιούν την επίδραση της καθοδικής φοράς που δημιουργούν οι στρόβιλοι από τα κουπιά του πρώτου παπιού.
Ο καλύτερος στον προσανατολισμό θα μπει μπροστά για να οδηγήσει τους υπολοίπους, ώστε κατά τη διάρκεια της διαδρομής τα μέλη της ομάδας να εναλλάσσονται στις διάφορες θέσεις στο V και να προσαρμόζουν τον ρυθμό της κίνησης των κουπιών τους ώστε να ξεκουράζονται. Τα παπιά πρέπει να έχουν εξαιρετική ικανότητα να αισθάνονται ή και να προβλέπουν τις αναταράξεις του νερού που προκαλούν οι σύντροφοί στην πλεύση.”







