“Έφτασα στο Άνιμα Κει με την υπερκωμική πτήση ενός κύματος που με προσγείωσε στο μεγάλο δέντρο. Η υποδοχή δεν ήταν όπως την περίμενα ξεκινώντας για εκεί με τον τότε σύντροφό μου, Εμίλ. Τα σαρκαστικά σχόλια των περαστικών, μου έδωσαν μια πρώτη γεύση για τα δυσοίωνα μελλούμενα.
Μετά τον διωγμό μου και από τον Εμίλ, καταφεύγω στο ταμπούρι των Τζανιέτ και Άστερ και λοιπών, αναζητώντας μια νέα αρχή άμεσα έτοιμη να εμπιστευθώ ξανά. Όμως το κλίμα στο ταμπούρι της μικρής σπηλιάς ήταν αμήχανο. Η ένταση με τους διπλανούς είχε σκληρύνει τη στάση τους απέναντί μου. Η συναισθηματική απομόνωση που βίωσα στο προηγούμενο ταμπούρι, που οδήγησε στον επίπονο χωρισμό μου επαναλαμβάνεται. Έφτασαν να με αποκαλέσουν μάγισσα. Δεν είχα που να στηριχθώ πια, παρά μόνο στον εαυτό μου.
Απελευθερωμένη μετά του διωγμού μου και από τα δύο ταμπούρια, βρήκα τον χρόνο που χρειαζόμουν και θρήνησα τον χαμένο μου έρωτα. Απευθύνθηκα στο πνεύμα της αδιαμφισβήτητης για εμένα, οντότητας του Άνιμα Κει και χάραξα στα βράχια στο στόμιο της μεγάλης σπηλιάς, τις ανάγλυφες ψυχές όλων των προσώπων που κάποτε αγάπησα.
Έκοψα τρίχες από τα μακριά μαλλιά μου και περίτεχνα τις έπλεξα και χάρισα στα κύματα πινέλο. Βουτηγμένο στα πηχτά δάκρυα της λύπης μου να το κοπανήσουν στη σπηλιά και εκείνη να βάψει ξανά, έγχρωμο τούτη τη φορά, ξεπλυμένο φως χαράς.
Οι αντικατοπτρισμοί του βυθού της σπηλιάς βάφτηκαν σε απόκοσμο ροζ και επιμήκεις σταγονοειδείς σχηματισμοί μαστίχας αναδύθηκαν και καταδύθηκαν. Ψέλνοντας σε συχνότητα γέννησης ήμουν βέβαιη πως το Άνιμα Κει θα εισακούσει τις προσευχές μου και θα μου ξαναφέρει τον έρωτα που μου στερήθηκε και μαζί του, έφερε και εσένα.

Γεννήθηκες το Τριάντα προ διατομών ή όπως προτιμάω να λέω Δύο Χιλιάδες και Δέκα και Πέντε στο Άνιμα Κει.
Όλοι μας αντιμετώπιζαν σας παρείσακτους. Βλέπεις δεν λάβαμε ποτέ μέρος στις εκστρατείες τους για κυνήγι χωρίς όρια, ούτε νιώσαμε ποτέ την ανάγκη να συμμετέχουμε ένοπλα στον πόλεμο, γιατί έτσι ήταν, με τους νεοφερμένους τότε, τους πειρατές του Παραπέρα.
Δεν θα συγχωρήσω ποτέ τον πατέρα σου που θεώρησε πως έπρεπε να υπερασπιστεί τις ιδέες μας με τη βία των όπλων. Έπρεπε να τις εφαρμόζαμε σε άλλο τόπο, να είχαμε συμβαδίσει μαζί με τον Ρις και την Άιντο από πολύ νωρίτερα.
Πώς μπορώ ποτέ να ξεχάσω τους ονοματοθέτες σου και σωτήρες μας και τα περίεργα λόγια τους.
“Αγαπημένη μου Άϊντο, γιατί να μην ονομάσουμε το παιδί τους Μανκί; Ο Μανκίς, η Μανκί, το Μανκί! Πλάκα δεν έχει;”
“Αν αυτό που ζούμε είναι αυτό που θα ’πρεπε να είναι τότε αυτό που θα πρέπει να είναι έχει πλάκα!”
“Ο καρπός του μοιραίου έρωτα του Κρί και της Ντουσάνκα, θα ονομαστεί από δω και έπειτα Μανκί και η ιστορία του θα είναι η εξής!”
Εμπνευσμένος από την ιστορία της λέαινας και του μικρού τσακαλιού στο τέταρτο τεύχος του ινδικού πεντάτευχου, ο Ρις μου διηγήθηκε το μέλλον σου. Μου είπε πως αν ο ίδιος και η Άϊντο ζούσανε στη ζούγκλα, θα ήταν πολύ χαρούμενοι γιατί μόλις θα είχαν γεννήσει δύο παιδάκια. Ο Ρις θα ήταν ο υπεύθυνος να φέρνει φαγητό στην μητέρα και τα δύο παιδάκια. Έτσι κάθε μέρα θα έβγαινε και θα επέστρεφε με γεμάτα χέρια από τη ζούγκλα.
Μια μέρα, ηλιοβασίλεμα κοντά, δεν βρήκε τίποτα άλλο εκτός από τον μικρό Μανκί. Για κάποιο λόγο η μαμά του ήταν απούσα καιρό. Ενώ μπορούσε επιτέλους να ταΐσει την οικογένειά του, λυπήθηκε τον Μανκί γιατί ήταν μόνο ένα μωρό. Τον λυπήθηκε τόσο που τον πήρε πίσω και τον παρουσίασε στην Άϊντο. Εκείνη είδε απλά άλλο ένα μωρό και αποφάσισε να το μεγαλώσει μαζί με τα δύο του αδερφάκια.
Και, έτσι τον μεγάλωσαν σαν δικό τους δίνοντας την ίδια αγάπη σε αυτόν άνευ διαχωρισμού από τα βιολογικά τους παιδιά. Ωστόσο καθώς μεγάλωναν, συμπεριφερόντουσαν διαφορετικά και συχνά μάλωναν αποκαλύπτοντας τις διαφορετικές τους φύσεις, ώσπου μια μέρα καθώς έπαιζαν κοντά στη φωλιά τους, ένας άγριος τους πλησίασε.
Ενώ τα άλλα δυο αδέρφια όρμησαν να επιτεθούν, ο Μανκί λέγοντας πως οι άγριοι είναι φυσικοί εχθροί τους, ετοιμάστηκε να δραπετεύσει και τους παρέσυρε πίσω στην ασφάλεια της φωλιάς. Ακολούθησαν τον Μανκί, έκπληκτοι για τη δειλία του. Γέλασαν και τον κορόιδεψαν. Έφτασαν να τον ταπεινώσουν μπροστά στους γονείς τους και ο μικρός τελικά εξοργίστηκε.
Η Άϊντο άκουσε τον μικρό να φωνάζει πως δεν είναι κατώτερος σε τίποτα, είτε θάρρος, ομορφιά είτε μόρφωση ή εξυπνάδα και τρομοκρατήθηκε όταν τον άκουσε να υπόσχεται να σκοτώσει τα αδέρφια του για εκδίκηση γιατί μπορεί.
Στα λόγια αυτά η μητέρα κατάλαβε ακριβώς τι έπρεπε να κάνει. Του είπε πως οι ικανότητές του είναι αληθινές σε αντίθεση με την ίδια που ποτέ δεν του είπε την αλήθεια. Πως τον λυπήθηκαν και τον αγκάλιασαν όταν γεννήθηκε και τον ανέθρεψαν σαν ίσο. Πως η φύση του πολύ διαφορετική από των αδερφών του. Πως από την ώρα που μίλησε περί εκδίκησης πρέπει να φύγει από τη φωλιά. Να φύγει και να μην ξαναγυρίσει γιατί θα τον σκοτώσει η ίδια. Να επιστρέψει στη φυλή των τσακαλιών που ανήκει και να γίνει το λιοντάρι ανάμεσα σε ίσους. Να γνωρίσει την αλήθεια για τον εαυτό του και να πράξει δεόντως.”
