“Τι να γυρεύει άραγε να βρει, το δικό μου τσακαλάκι, ο Τσόκυ; Μήπως τον βρήκε τίποτα πρώτο; Τουλάχιστον, φρόντισα να έχει μαζί του όλες τις λύσεις για οποιοδήποτε πρόβλημα του παρουσιαστεί. Εγώ, μόνος, δεν υπήρχε περίπτωση να ψάξω να τον βρω. Το ριψοκίνδυνο άλμα στο κενό κάνει επικίνδυνα τα πράγματα εκεί έξω και από την άλλη, όλες αυτές οι ώρες που πέρασα περιμένοντας τον ήταν ιδιαίτερα δημιουργικές.
Πρέπει να διάβασα πενήντα βιβλία και έχω καλύψει πολύ χαμένο έδαφος, από τους αρχαίους ισόγειους Έλληνες προγόνους με τις θεές τους, τους μύθους και τα λεξικά τους, ως τις αστρονομικές παρατηρήσεις και την ανθρώπινη ιστορία προ τεμαχισμού Γης. Νομίζω πως κάτι σχετικό με την περίπτωσή μου, έγραψε κάποτε στην πάλαι ποτέ χώρα της Γρεκίας από όπου κατάγομαι, ένας άνθρωπος που λεγόταν Παπαδιαμάντης, Είπε πως η αργία γέννησε την πενία, η πενία έτηκε την πείνα, η πείνα παρήγαγε την όρεξη, η όρεξη γέννησε την αυθαιρεσία και εκείνη, την ληστεία. Η ληστεία γέννησε την πολιτική. Ιδού η αυθεντική καταγωγή του τέρατος τούτου.

Ο χρόνος που πέρασα έτσι, περιμένοντας τον Τσόκυ, ήταν παράλληλα και αποκαλυπτικός. Μέσα σε ένα θαμμένο σεντούκι στην αυλή, κάτω από τις δεξαμενές με τους ενεργούς μικροοργανισμούς ανακάλυψα πλούτο που όμοιός του δεν είχα ποτέ φανταστεί ότι υπήρχε. Ένα αποσπασματικό βιβλίο σε δύο μέρη, του Ρις Κερουσίτη, οι Παραισθήσεις Νιότης και Γήρατος, μου έχουν πάρει τα μυαλά. Νομίζω μιλούν για την ιστορία του τόπου που γεννήθηκα.
Ανάμεσα από το πρώτο μέρος του, σε δώδεκα αποσπάσματα, και το δεύτερο παρεμβάλλεται ένα γράμμα που μου είχε γράψει η μητέρα μου πριν εξαφανιστεί για πάντα, χωρίς ένα αντίο. Θαμμένο και ξεχασμένο και αυτό εδώ και χρόνια, περίπου όπως και εκείνη. Το μοναδικό πράγμα που μου άφησε εμφανίζεται χωρίς προειδοποίηση.

Έχω διαβάσει μέχρι τη μέση αλλά θα αφήσω την ανάγνωσή του για αργότερα γιατί εδώ και λίγα πρώτα της ώρας έχω κολλήσει με μια σειρά παλιών φωτογραφιών, που παράπεσε από το φάκελο.
Όλο αυτό που συμβαίνει είναι σαν κουκουλοφόρα κούκλα να κουκουλώνει κούκλα, που κουκουλώνει άλλη κουκουλοκούκλα και πάει λέγοντας.
Όπως και να έχει, οι φωτογραφίες πρέπει να είναι τουλάχιστον εκατό ετών και όπως γράφεται από πίσω, αφορούν την Βι Βαν και τον Ρις Κερουσίτη. Άνθρωποι είναι, σίγουρα, σχεδόν τους αναγνωρίζω από την πρώιμη παιδική μου ηλικία. Φορούν ελαφρά ρούχα και στο πλάι τους ένα τετράποδο ον με ουρά μου θυμίζει έναν αρκετά υπομορφωμένο Τσόκυ, τον παλιοδραπέτη κυνάνθρωπο, βοηθό μου. Είναι πιθανό πως αφού τους θυμάμαι από τότε που ήμουν παιδί να είναι πρόγονοί μου αλλά αυτό ίσως είναι η φαντασία μου.

Όλα τα χρόνια πριν εξαφανιστεί, η μητέρα μου με κρατούσε σε απόσταση από τα γεγονότα εκείνης της ταραχώδους εποχής προ τεμαχισμού. Τώρα πρέπει να αναρωτηθώ τον λόγο για τον οποίο έχει φτάσει στα χέρια μου τόσο υλικό και μια φωτογραφία εκατό ετών παλιά με τέτοιες λεπτομέρειες πάνω της. Πίσω της, οι σημειώσεις με ταράζουν ακόμα περισσότερο.
Η αδιάφορη, και επομένως εύστοχη, Βι και ο αυτοσυγκεντρωμένος, με προορισμό νότιο νησί, σκυθρωπός και μάλλον άστοχος Ρις, απαντώντας στο φιλοσοφικό της ερώτημα εμβάθυναν και εκείνοι, όπως τόσες ώρες κάνω και εγώ, σε σκέψεις διωγμού και ελευθερίας, πόλεμου και ληστείας, νηστείας και θρησκείας.

“Εκεί που πας, θα πάρεις και το σκύλο μαζί σου;”
“Ε, δεν θα φέρω το φορτίο του πάλι εγώ..”
“Ε τότε, να του φτιάξουμε μια ζώνη με τσέπες!”
Ω! Σύμφωνα με τα γραμμένα, στο ίδιο μεταλλικό καθιστικό κιβώτιο της ομοιοστατοικίας Χου, που βρίσκομαι τώρα, μοιράζομαι ιδέες που είχαν ήδη συλληφθεί από αυτούς τους γήινους, εκατό χρόνια πριν. Ένα καλοκαιρινό απόγευμα που τακτοποιούσαν χρήσιμα αντικείμενα, για μερική διακοπή από το αδιάκοπο της καθημερινής ζωής.
Συνειρμικές αναμνήσεις διασταυρώνονται σε κανάλια έμπνευσης και με κατακλύζουν. Πως μπορώ να σκέφτομαι και να πράττω όπως οι πρόγονοι φίλοι μου χωρίς να το ξέρω; Πως γίνεται κάτι τόσο αόρατο, που συνέβη τόσο παλιά, τόσο μακριά, να επηρεάζει τόσο έμπρακτα τις τωρινές μου σκέψεις;
Στην ελλειπτική τροχιακή ζωή μου, οι συναντήσεις με τα πρόσκαιρα αδιέξοδα γίνονται το πεδίο μάχης που πρέπει να κερδίσω. Στην αρχή κάθε νέου κύκλου συναντώ σταυροδρόμια πίστης. Ανακαλύπτω πως πρέπει να συμφωνήσω με κάτι αρκετά προφανές αλλά κοινώς, αναπόδεικτο. Όπως για παράδειγμα την άποψη πως η ελληνική γλώσσα δύναται κατανομής σε είκοσι, περίπου, πρωταρχικές ρίζες, οι οποίες προέρχονται, είτε από ανθρώπινα φωνήματα ή κραυγές, είτε από ήχους των εργαλείων του, ή ήχους των στοιχείων της φύσης.
Όπως και να έχει, τώρα, αυτό το οποίο πιστεύω πως απαιτείται από εμένα, αυτό με το οποίο επιλέγω να παλέψω είναι η ιδέα της επιστροφής του Τσόκυ. Πρέπει να πιστέψω πως θα επιστρέψει και θα επιστρέψει, δυνατότερος από πριν. Τον έχω ανάγκη περισσότερο από ποτέ.
Κατά τον τελευταίο χρόνο της εκπαίδευσής του ως βοηθού μου, μέσα από τη συνεχή παρατήρηση της αντιδραστικής του συμπεριφοράς σε διάφορες περιστάσεις που προέκυπταν κατά καιρούς, ανακάλυψα μέσα μου μια ζωηρή διάθεση να του διδάξω παλιά και ξεχασμένα δεδομένα. Αυτό που εννοώ είναι ότι ένιωσα νεκρές ιδέες να ζωντανεύουν ξανά, με μια διασταυρωμένη εντολή και μια αναπαραγωγική αποστολή τεκνογονίας.
…Ίσως καταφέρω να δημιουργήσω κάτι όμορφο και ουσιαστικό, αν εκπαιδευτώ αρκετά και γίνω πιο οργανωμένος στην απουσία του Τσόκυ.
Οι φωτογραφίες, ως εφαλτήριο, μου θυμίζουν πως υπάρχουν κόλπα να ενεργοποιηθώ. Επηρεάζομαι από τους κοινούς μας προγόνους και τον οραματίζομαι καθώς χαράσσει την προσωπική του πορεία. Το όπλο για να εμπνεύσω, με τη σειρά μου, εμπιστοσύνη στην ιδέα της επιστροφής του θα είναι η τέχνη μέσα από τα έργα μου.
Ανεβάζω τα μεταλλικά μου μανίκια και αποφασίζω πως η βασική ιδέα του νέου έργου μου δεν γίνεται παρά να απλώνεται στον χρόνο και τις αισθήσεις, όπως ο Τσόκι εξαπλώθηκε στο κενό. Χωρίς να το ξέρει ή να το θέλει, από τις αναρίθμητες εντυπώσεις που θα πλημμυρίσουν τα μάτια του θα κάνει επιλογές και θα διαλέξει ότι περισσότερο ανταποκρίνεται στις ανάγκες και στις περιέργειες της ψυχής του. Ήδη αρχίζω να φαντάζομαι τις περιπλανήσεις του και είναι συναρπαστικές. Θα τις αναπτύξω σε λέξεις, θα τις διαρθρώσω σε μέρη και επεισόδια, και θα αφήσω τον Τσόκι να τις διανθίσει με διακοσμητικά ιερογραφικά όποτε επιστρέψει. Θα ονομάσω την φαντασιακά κοινωνική και επιστημονική ιστορία πραγματικότητας, ο Κύων των Κυνών. Θα απαιτήσω για την ανάγνωση τούτου του έργου, έναν μέσο ρυθμό ανάγνωσης γύρω στις διακόσιες και είκοσι λέξεις ανά πρώην λεπτό, δηλαδή περίπου τριακόσιες λέξεις ανά Τρίτο. Οικονομική ακρίβεια.
Ο αναγνώστης του επικείμενου έργου μου θα βρει τους χαρακτήρες να οργανώνονται σε δύο ομάδες. Στη πρώτη θα βρίσκονται οι δίποδοι κυνανθρώποι, Τσόκυ, Ρόκυ, Έρις, Κερ, Βερ και Ρους, ενώ στην δεύτερη, στις περισσότερες στιγμές μόνο ο εκπαιδευόμενος Τσόκυ και εγώ ο Μανκί. Αυτό θα αποτελεί τον μοναδικό κωδικό που θα ρυθμίσω τη δομή του βιβλίου γιατί όπως ανακάλυψα πρόσφατα, όταν μαζεύονται πολλοί ηγέτες, προσωπεία ανεβαίνουν και δύσκολα κατεβαίνουν ώσπου έρχεται ένας προς έναν, και με λίγη εξάσκηση πάντα, όλα πέφτουν πιο εύκολα μέχρι να μείνει κανένα.
Τα μεταμφιεσμένα αληθινά γεγονότα θα δομηθούν αργά και θα ψεκαστούν σε παρελθοντικούς και μελλοντικούς πίδακες ελευθεριότητας και τυχαιότητας κατόπιν λογικής, επιλογής και εορτής.
Επιθυμώ να χριστεί ο αναγνώστης, εθελοντικά και οικειοθελώς, ικανός αφαιρετικής προσωποταύτισης εξ΄ αποστάσεως,
Αν υπάρχει όμως κάτι που μπορεί να ενισχύσει τη διαύγεια των αναμνήσεων που ανακαλώ, είμαι σίγουρος πως θα το βρω κάποτε στα ιερογραφικά χαρακτικά που αφήνει αυτή τη στιγμή, ο ίδιος ο Τσόκυ, σε κάποιο διατεμάχιο Γης. Χαρακτικά που θα χαρώ κάποια στιγμή να συμπληρώσουν τα κενά στις ιδέες που τώρα προμελετώ και αρχίζω να καταγράφω, ανυπομονώντας για την επιστροφή του. Όταν αυτό συμβεί, του επιφυλάσσω έκπληξη για το τέλος και ας με συγχωρέσει προκαταβολικά για την περίεργη νέα ελληνική διάλεκτο που χρησιμοποιώ μα τόσο πολύ ταιριάζει στο διαστημικό μας περιβάλλον.”
Ο Μανκί άφησε την ανάγνωση του γράμματος της μητέρας του στη μέση και ξεκίνησε την αφήγηση της δικής του ιστορίας με πολύ ζήλο. Οι λέξεις έβγαιναν από μέσα του λες και πέθαινε ένα παρθένο άστρο εκτοξεύοντας παντού αμύητη ύλη και διανυσματική ενέργεια. Ένιωσε πως δίδασκε τον εαυτό του σε νοήματα που δεν είχε γνωρίσει ποτέ. Όλη του η πορεία στα σχεδόν εκατό χρόνια ζωής του δεν ήταν αρκετή να του απαντήσει στα συνεχή νέο ανεγειρόμενα ερωτήματα περί της προελεύσεως των πληροφοριών που τον περιτριγυρίζουν. Συνειρμικά, θυμάται κάποια μαθήματα αόρατων πληροφοριών που δεν είχε διδαχθεί ποτέ ο ίδιος, αλλά ήδη είχε διδάξει στον Τσόκυ για την ίδια φύση της διδαχής. Εκεί μπορεί να βρίσκεται μια καλή αφετηρία για τη λύση του μυστηρίου που τον μαστίζει.
