(#025) “…των Κοινών ΙΙ – Κυνηγετικά Νέα”

Πρωτοχρονιά του εξήντα επτά Μετά Διατομών, στα πέντε Πρώτα της πρώτης Ώρας, την πρώτη αυγή του Έτους δηλαδή. Σε τούτο το έναστρο εξημέρωμα θα είναι που εκτινάσσεται ο πληγωμένα ικανοποιημένος Τσόκυ, του είδους των Κοινών.
Θα βρίσκεται σε ένα εχθρικό, πια, διατεμάχιο Γης αλλά μετά το χθεσινό βράδυ η θετική του ενέργεια θα περισσεύει. Θα νιώθει πλήρης συναισθημάτων και μπροστά από κάτι κόκκινα και μπλε κτίσματα σαν ναοί θα νομίσει πως ταξίδεψε σε μια άλλη εποχή.

Απογυμνωμένος και καταληστευμένος της βαριάς του ζώνης επιβίωσης με τσέπες, μπορεί ταχύτατα να καλπάσει προς τη στρεβλή σήραγγα εξόδου, μακριά από τους διώκτες του, από μια αγέλη τριών Κυνών, αλλα δεν το κάνει ακόμα.

“Σειρήδοντα και φωνάσκοντα όντα,… οι Κερ, Βερ και Ρους…”

Τρέχει για την σωτηρία του και βάζει ελαφρά με το νου του πως εκείνο που πραγματικά τον καίει και αγωνιά είναι η θηλυκή Έρι, που δεν πρόλαβε, εξαιτίας τους, να της φιλήσει αντίο.
Θέλει να κρατήσει ζωντανή την ελπίδα του να την ξαναδεί κάποτε, για αυτό και δεν θα επιδιώξει, ακόμα, να ξεφύγει εντελώς από τη δράση. Κρυμμένος, θα μείνει σε σκιές και θα πηδάει που και που σε βουτιές κενού αέρος, θα μπει έξω και θα βγει μέσα από τα επικίνδυνα ανοίγματα της σήραγγας και ανά διαστήματα θα επιστρέφει πάλι πίσω. Κάθε φορά θα ψάχνει για μια καλή ανάσα, όλο και πιο ζαλισμένος, και στο τέλος θα προσφέρει μια μεγαλειώδη επίδειξη αντοχής και ακροβατικών ικανοτήτων.

“Όμως… δεν έχουν μείνει πολλές επιλογές… πρέπει να τους μπερδέψω …να ακολουθήσουν… να χωρέσει η Έρι… να φύγει από την άλλη την μεριά…. πρέπει να κεντρίσω την προσοχή όλων!”

Συνεχίζει και πηδά διαμέσου ισχνά οσμίζοντων οπών, στρίβει γύρω από βαθιά σκιερές γωνιές και κατρακυλά σε λαβυρινθοειδώς οικείες πλαγιές, για να κερδίσει λίγο χρόνο και να βρει τα κατάλληλα λόγια και να τραβήξει το ενδιαφέρον των εχθρών του. Σε κάθε επανεμφάνιση του, δίνει νέο στίγμα στους οσμικούς δέκτες τους.
Η αγέλη έχει κατά νου της την Έρι αλλά έχει και συνείδηση της υπεροπλίας της έναντι του Τσόκυ, ώστε χωρίς να ξοδεύει πολύ ενέργεια, εντοπίζει γρήγορα το επανεμφανιζόμενο στίγμα του και κάνει για επίθεση. Αρκείται τελικά σε παθητικό ρόλο, διασκεδάζοντας στο δωρεάν θέαμα, περιμένοντας τον Τσόκυ να πέσει από μόνος του.
Η αλήθεια, όμως, είναι πως εκείνος νιώθει τόσο ελαφρύς μετά από καιρό που δεν θα φοβηθεί να πέσει χαμηλά και να χρησιμοποιήσει το τελευταίο μέσο που διαθέτει. Κι ας είναι πύρινη η τιμωρία των αναμνήσεων και τον κάψει. Εξάλλου, μόνο τα κόλπα και οι συνήθειες του δουλικού παρελθόντος του, του έχουν απομείνει για να στηριχθεί. Ξέρει πλέον καλά πως, έτσι όπως αναζωπυρώνεται σε κύκλους η τύχη, το μόνο που μένει είναι να κυλάει κανείς μέσα στους κύκλους που αναζωπυρώνουν την τύχη.
Αυτό είναι το μόνο που μένει, να κυλάει κανείς, και μέσα σε ένα μόλις Τρίτο ο Τσόκυ χρησιμοποιεί εκκενώσεις και ευρηματικότητα για δημιουργική καταστροφή και ανακαλεί και ξαναανακαλύπτει, μέσα από το αξέχαστο βλέμμα του διοικητή του, Μανκί, την ομοιοστατοικία Χού. Εκεί, όπου μετά την υιοθεσία του από το κυνορφανοτροφείο, νταντάχθηκε όλες τις μανούβρες που πιστεύει πως υπάρχουν.

“Δεν θα αντέξω για πολύ αυτό το κρυφτούλι… Θα ‘θελα να πω και εγώ κάτι για το τέλος! Λίγα πρώτα…θα πάρει… θα ‘θελα να σας πω… ποιός ήμουν!”

Ήδη από την αρχή της παρασιτικής συμβίωσης με το αφεντικό του, του ανατέθηκε ως προορισμός η κάλυψη της νεοσύστατης θέσης του βοηθού ενυδρειοπονίας με πληθώρα καθηκόντων. Αν κάτι μπορεί τώρα να τον σώσει από το κυνηγητό, θα’ ναι η καλή του μνήμη και η εκπαίδευση που άρχισε τότε, κάπου μέσα στην έκτη Ημέρα του εξηκοστού έτους Μετά Διατομών, στο κατακαλόκαιρο μέσα δηλαδή.
Επιλεκτικά, αναμειγνύει αλήθεια και φαντασία και αρχίζει, γρήγορα και κοφτά, να λέει στην αγέλη των τριών κακών τα ίδια λόγια που όσες φορές και αν είχε χρησιμοποιήσει ο Μανκί, πάντα τον καθήλωναν.

Leave Comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.