
Ως πρωταρχικό του προορισμό, μετά την επιτυχημένη απόδρασή του από την ομοιοστατοικία Α.Θ.Ε.Ο.Θ., έθεσε την εξερεύνηση των εγκαταλελειμμένων, κάτι σαν, ναών, όπου ήλπιζε να βρει τον Ρόκυ να επιβιώνει και να την παλεύει κάπου εκεί γύρω.
Ήταν υποψιασμένος, εξάλλου, για τις τάσεις του παλαιότερου φίλου που ενσυνείδητα θυμάται να έχει, από τον καιρό που ήταν ακόμα κυνάκια ανατροφής.

“…Ακολούθησε …οσμοπινακίδες …κατηγοριοποίησε, αποστήθισε …ερεύνα …συνέθετε …κύκλους! …Στο βάθος εκεί έχει έναν αναπηδητήρα… υπό τάνυση …που αν τον ψάξεις καλά …μπορεί …να τον βρεις …να με βρεις …να βρεθούμε!”
Λίγο πριν αποχωριστούν τότε, ο Ρό πρόλαβε του εξέπεμψε οσμές για τον έρωτα του για κάποιους ναούς, κάπου, και για όσα μπορεί να συμβαίνουν εκεί, οσμές που έλαβε από κάποια κυνοδασκάλα. Λάτρευε τις γνώσεις και τις δασκάλες και ο σκοπός της ζωής του, από πολύ μικρός, ξεκαθάρισε στην απόκτηση τους.

Ο Τσόκυ φαντάζεται πως για τον Ρόκυ, αυτός είναι ο βασικός λόγος για να το σκάσει από το κυνεκπαιδευτήριο, να πάει προς τους ναούς, αναμενόμενα απεγνωσμένος. Κανείς δεν έδειχνε διάθεση να τον υιοθετήσει με τόσα που ήξερε, μα εκείνος ήθελε να μυρίσει κι άλλα.
Για μια διαδρομή που κρατάει κάμποσα Πρώτα, κατά τη διάρκεια των οποίων δεν λείπουν οι παρεκκλίσεις, σε κόσμους αλλιώτικους με σπάνια θεάματα και ζωντανά παιγμένες μουσικές, οι συμβουλές, που του είχε χαρίσει αφιλοκερδώς ο Ρό, ακούγονται σαν να προέρχονται από την πιο μαύρη τρύπα που μπορεί κανείς να βρει για να αποθηκεύσει αναμνήσεις.

Υποθέτει πως αν για τον Ρο χρειάστηκε υπομονή, μελέτη, σχεδιασμός και εκτέλεση, για τον ίδιο φτάνει μόνο η φαινομειώδης τύχη του, να του βρει τη σωστή πορεία.
Ωστόσο, ήταν ικανός να εντοπίσει και εκείνος τον προορισμό του, χάρη στην εκπαίδευσή του, με τρόπο που φανερώνει παρόμοιους, εκπληκτικά ακριβείς και ενδελεχείς, στερεομετρικούς οσφρητικούς υπολογισμούς με του φίλου του. Τα υπόλοιπα, όπως προκύψουν σκεφτόταν καθώς προχώρουσε.

Ψάχνοντας για να βρει, άξαφνα θα δει να εξαντλούνται τα λίγα Τρίτα απόστασης που τον χωρίζουν από τους ναούς. Διασχίζει την τελευταία γέφυρα και, μέσω πλευρικής εισόδου στο θόλο, φτάνει σε κάτι μισό ερειπωμένα και μισό εγκαταλελειμμένα κτίρια, ξύλινα και κεραμοσκεπή αρχιτεκτονήματα, οργανωμένα σαν σε μια άγρια εκδοχή χαώδους ομοιόστασης.

Για αρχή, όσο χρόνο και κόπο του πήρε να αφιχθεί στους ερειπωμένους ναούς, τόσο γρήγορα το λησμονεί, καθώς το θέαμα είναι ναρκωτικό.
Το ναϊκό σύμπλεγμα στέκει ακόμα, σε κόκκινες και μπλε αποχρώσεις, ενδιαμέσως όλων των πράσινων. Ποιος να ξέρει για πόσο καιρό ο γέρο θόλος του αντιστέκεται στο μαύρο του διαστήματος, περήφανα αυτοσυντηρούμενος.
Ακόμα παρέχει όλες τις απαραίτητες προϋποθέσεις για επίτευξη ομοιοστασίας ώστε να διατηρεί εντός του συνθήκες για ζωή, ενώ ταυτόχρονα ανακυκλώνει ιδανικά τις ανάγκες του περιβαλλοντος για ύγρανση και λίπανση του κατάφυτου ζουγκλώδους περιβάλλοντος γύρω του.
Ο Τσο ερευνά σε επιφυλακή, μα όσο πιο ανέμελα μπορεί, ύστερα από την ανατριχιαστική πινακίδα που συναντώντας την στην είσοδο, προσπέρασε γοργά.

Έγραφε κάτι σαν “Λατρεύω τον ένα θεό που απαγορεύει τις θυσίες, θυσιάζω σε εκείνον που απαγορεύει τις λατρείες”.
Μπαίνει στο εσωτερικό του κεντρικού κόκκινου και μπλε κτίσματος και βρίσκει τον ναό αδειανό, μα η φωτιά στην κεντρική εστία σιγοκαίει προδίδοντας απουσία συγκεκριμένης παρουσίας.

“…Ίσως …αυτές είναι οι πρώτες ολοκληρωτικές στιγμές ελευθερίας στη ζωή μου …Το μόνο προβληματικό εδώ γύρω …είναι η μικρή ζωή αυτής της τελευταίας φλόγας …ξεπηδά από την πέτρινη εστία,…χα…χα” η οποία βέβαια καταφέρνει να κάψει το τελευταίο ξύλινο στήριγμα που στήριζε την πέτρα και όλη η κατασκευή να καταρρεύσει μπροστά στα μάτια του, πριν προλάβει να σκεφτεί αναζωπύρωση.
“Αν φταίει κάτι γι αυτό, ίσως να είναι το ότι έχω ανοιχτά τα μάτια μου ακόμη. Νύσταξα και δεν έχω αντανακλαστικά. Μετά από τόσο δρόμο και περιπέτεια, ας απολαύσω την νεοαποκτηθείσα ελευθερία μου με κλειστά μάτια για λίγο. Αυτό θα βοηθήσει εν αναμονή του Ρό, είμαι σίγουρος πως θα γυρίσει από κάπου εδώ.”.
Αράζοντας παράμερα της σβησμένης και ανάκατης φωτιάς, θαρρεί πως ονειρεύεται για πρώτη φορά ελεύθερος.
