(#037) “…των Κοινών IX – Κοινός Πόλεμος”

“Κάνε πέρα!” φωνάζει ο Κέρ.

“Είναι όλα ξεκάθαρα. Όλοι θα χορέψουν. Κάποιοι θα βρουν χαρά και κάποιοι πόνο.” απαντά ο Ρό.
Έχει απόθεμα απαράμιλλων μαχητικών τεχνικών και με εκδικητικό πνεύμα υπερασπίζεται επιθετικά το δικαίωμα του φίλου του στην ευτυχία, απέναντι στους σφετεριστές Κέρ, Βέρ και Ρούς. Αστραπιαία, αφοπλίζει τον τελευταίο, αρπάζει τη νηστική κύστη του και ξεριζώνει τη γλώσσα του, πριν προλάβει δράσης η αγέλη.

Φαίνεται πως όντως, οι καλές μέρες μπορεί και να έχουν προσπεράσει προ πολλού τους πάντες και όλοι βγάζουν έξω τον σκληρό τους εαυτό. Έτσι, κατά τη διάρκεια του ερωτοχορού στην άλλη σελίδα του ίδιου φύλλου, η Έρι παρασύρεται από τις μυρωδιές που αναδύονται από τη ζώνη του Τσόκυ.
Κατευθύνει το αριστερό της χέρι, δίχως να ενδιαφέρεται να κρύψει ή να μεταμφιέσει τις νέες της προθέσεις, στις τσέπες με την τροφή και αποσπά βίαια την προσοχή του από το χορό.

Η σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι, πυροδοτεί πολυεπίπεδα αλυσιδωτά γεγονότα. Σκέψεις ξεπηδάνε αυτόματα στο κεφάλι του Τσόκυ και ο Μανκί βρίσκει ευκαιρία να σχηματίσει αναμνήσεις ξανά.

“Με τούτη τη ζώνη με τσέπες και όλα τα εξαρτήματα της, θα αποκτήσω την ελευθερία μου ξανά. Σου έφτιαξα μία άξια και για σένα φίλε Τσό Κύων, να μπορείς να τρέχεις όλα όσα δημιούργησα και σου παραχωρώ! Θέλω να ταξιδέψω τα αστέρια, τη Γη που αναπαύεται εν ειρήνη σε τεμάχια, να μπορέσω να δω όλα όσα στερήθηκα στη ζωή μου!”

Δίπλα, εντός τεμαχίου, ο λυσσασμένος Ρό μάχεται μανιασμένα σε μια παράλληλη, σφοδρά οδυνηρή σύγκρουση με την αγέλη.
Ο Ρούς αποσύρθηκε με εμφανή σημάδια άφωνης ήττας στο πρόσωπό του, αφήνοντας τους με ένα μέλος λιγότερο. Δεν θα είναι για πολύ όμως, καθώς, ενώ ο Ρό δείχνει να ελέγχει την κατάσταση απέναντι στους εναπομείναντες Κέρ και Βέρ, θα επιστρέψει σιωπηλός, εφαρμόζοντας σχέδιο παραπλάνησης, διοχετεύοντας μελάνι συσκοτίσεως, μετατρέποντας την αδυναμία του να φωνάζει σε καθοριστικό όπλο αιφνιδιασμού.

Ο Τσόκυ από την άλλη, με όλα τα όπλα δεμένα πάνω του, αρχίζει να νιώθει πως είναι η σειρά του να δράσει.

“…Αντιλαμβάνομαι … θελκτική πουμπορεί να είναι η ζώνη μου …αυτή με έφερε εδώ σε εσένα ,,,αυτή θα με πάρει …Είναι η ελευθερία μου …δεν θα τη μοιραστώ …Όχι ακόμα …όχι με τέτοιο τρόπο!”

“Με έχεις φανταστεί κάπως …δεν με αναγνωρίζεις καθόλου αλλιώς.”

Νομίζει πως η Έρι δεν ποθεί πια τον ίδιο αλλά τη ζώνη του και ξενερωμένος, την σπρώχνει με δύναμη μακριά του.
“Σε κομμάτια η καρδιά μου σπασμένη, από γυαλί σαν να ‘τανε φτιαγμένη, ζωή λαχτάρησε και βγήκε απατημένη”, μουρμουρίζει ο Τσόκυ κοιτώντας τις τσέπες του.

Από την αρχή οι πιθανότητες δεν ήταν με το μέρος τους και παραπατώντας εκείνη, αργοπαραπέφτει προς ένα μικρό γκρεμό.

Η σκηνή ήταν βίαιη, ελεγχόμενα αιματηρή. Η αναλογία ήρθε ξανά τρείς προς έναν. Πρωτοχρονιά του εξηντακοστού έβδομου έτους Μετά Διατομών, πρώτη Ημέρα δηλαδή, την πρώτη Ώρα στο πρώτο μόλις Πρώτο της πρώτης νύχτας του νέου έτους δηλαδή, ο Ρο δολοφονήθηκε.

“…Η ανάμνησή μου θα διαγραφεί …Το σύστημα θα επανεκκινήσει κάπως …θα αναπρογραμματιστεί κάπως …αλλιώς …Έτοιμος;” ξεψύχησε την τελευταία του ερώτηση.

Leave Comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.