(#038) “…των Κοινών X – Θυσία”

Κοιτώντας λίγο μπροστά στο χρόνο, στο εξήντα επτά Μετά Διατομών, και στον υποκείμενο χώρο, κάτω από τους ναούς του ελεύθερου θόλου, η πτώση της Έρι φαίνεται πως θα διακοπεί στη συνάντηση με έναν απίθανο αναπηδητήρα στον πυθμένα του γκρεμού. Σύντομα θα πάρει ακατάλληλη κλίση και θα συνεχίσει για μισό δεύτερο ακόμα, ώστε και θα παύσει, ως δια μαγείας, στην αγκάλη της αγέλης των τριών.
Εκείνων που μόλις σκότωσαν, επειδή ποτέ δεν έπαψαν να ακολουθούν τη μυρωδιά της. Στην αγκαλιά του Βέρ συγκεκριμένα, του σωματώδους υπαρχηγού, που σώζει την Έρι από βέβαιο τραυματισμό, ίσως θανάσιμο.
Οι τρείς τους συνδιαλέγονται για λίγο κι έπειτα, παραμερίζοντας την Έρι, φωνάζουν “Ποιός νομίζει ότι είναι αυτός και την σπρώχνει έτσι;”

Με εντολή του Κέρ, του ύποπτου αρχηγού, η τρικέφαλη συμμορία ορμάει στο σκηνικό, και από τώρα και στο εξής θα προστατεύει την τιμή του βραβείου της, ξεκινώντας από την κυρίευση του καινούργιου τους εχθρού με την ακραία περίεργη ζώνη με τσέπες.
Άγρια ουρλιάζουν με δύο φωνές, “Να πληρώσει, αίμα!”

Ο Τσόκυ δεν τα πάει καλά στην αγάπη και τώρα είναι στη γωνία στριμωγμένος από μια τακτική επίθεση, απροσδιόριστης τεχνικής, μιας και δεν είναι καλός ούτε στη μάχη. Μα όπως έχει αποδείξει, είναι καλός στην αποφυγή και αυτό φτάνει και περισσεύει τις περισσότερες φορές. Τώρα, όμως, αιφνιδιάζεται έως παραίτησης. Το μυαλό του πενθεί τη φυγή ενός μοιραίου έρωτα και το σώμα του δεν φαίνεται διατεθειμένο να συνεχίσει τον πόλεμο για πολύ, άρα το πιθανότερο σενάριο είναι πως σύντομα θα τεθεί ανήμπορος περαιτέρω αντιδράσεων. Με τα αιχμηρά τους νύχια, τον σημαδεύουν και τον πληγώνουν στα πλευρά, προσπαθώντας να τον ακινητοποιήσουν μέχρι που, αθόρυβα, ο ύπουλος Ρούς τον αρπάζει από την ζώνη, κερδίζοντας το πλεονέκτημα για την ομάδα του.

Η αγέλη σταματά για να απολαύσει το είδος της μυρωδιάς που αναδύεται από τις τσέπες της ζώνης. Ο σχιζοειδής θαυμασμός τους δε για τα πολυεργαλεία και η λαχτάρα για τις λιχουδιές, παραμερίζουν προς στιγμήν το ενδιαφέρον τους για οτιδήποτε άλλο. Μπροστά στο καινούργιο αυτό δεδομένο, που δείχνει εκ πρώτης όψεως παράδοξα πολύτιμο, οι προτεραιότητες ίσως και να αλλάξουν.

“Μυστηριωδώς… τα λάφυρα …. φαίνονται δελεαστικότερα του βραβείου… δεν με θέλουν τόσο πια.” σκέφτεται ατρόμητα ο Τσόκυ, πρόθυμος να διαπραγματευτεί μια ακόμα ηρωική έξοδο.

“Αυτή την ώρα… η καλύτερη λύση … να απαλλαγώ από τη ζώνη … να ξαναψάξω τις πιθανότητες που μου αναλογούν… συμπτωματικές τυχαιότητες… Μα πού να είναι ο Ρο πάλι;” φωνάζει.

“Ο φίλος σου…ο πως … λες… ο Ρο… δεν είναι εδώ…. Έφυγε…. Πάει ….” Απαντά ο Κερ.

“Και αν δεν … φτάνει αυτή η γνώση…. να σου δείξω πως ή… που;” Συνεχίζει ο Βερ.

“Τι να πω τώρα; …Τα πες όλα ψηλέ… Εγώ τον έφαγα τον δικό σου….” ψιθυρίσε ο Ρούς.

“ …Όχι …εγώ τον έφαγα… πιο πολύ.” επιμένει ο Βερ.”

“…Είμαι…αρχηγός… αξίζω στα χέρια μου … πρώτος …τη ζώνη…”
Ο Τσόκυ χωρίς άλλη, δεύτερη σκέψη λύνει την ζώνη, την αφήνει έρμαιο στις ορέξεις του Κερ, του Βερ και του Ρους και αυτή του η πράξη τον γλιτώνει, γουρούνια και κυνοφόνοι.

Leave Comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.