Η δεύτερη σκέψη του, μετά την απώλεια και της ζώνης, τον γλιστρά προς το μέρος της Έρι η οποία παρακολουθούσε τα τεκταινόμενα από όχι πολύ μακριά, αλλά ούτε και από πολύ κοντά. Καθώς την πλησιάζει ξαναπαίρνει τα πάνω του. Θυμάται χαρούμενο μόριο που φεύγει από έναν στεγνό κόλπο για να πάει σε έναν άλλο, υγρό. Εκείνη νιώθει ταραχώδη αυτή τη ρευστοποίηση, εν αντιθέσει με την γαλήνια περασμένη φορά, το δειλινό που τον πρωτοσυνάντησε, κάτω από την ελιά.
“…Γιατί τους έφερες αυτούς μαζί; …Γιατί εδώ; …Γιατί τώρα; …Γιατί εμάς; …Τέρατα κατασπαράσσουν την ελευθερία μου …εγώ είμαι εδώ μαζί σου.” της γρυλίζει.
“Εσύ γιατί με πέταξες μακριά…; Σου άξιζε…. Είχες τα εργαλεία …. να μοιραστείς μια ελευθερία … τελικά την έπλασες εσύ ο ίδιος, για εσένα τον ίδιο και μόνο…. Κάνε κτήμα σου …. την ιδέα …. τα έχασες…. Αυτά …. τελικά σε δεσμεύουν από εκείνη… … αυτά …. σου δείχνουν που μπορεί να βρίσκεται εξ’ αρχής… Άστα…. Φύγε…. Σώσε…”
“…Εντάξει …Καταλαβαίνω …H αλλαγή ή …κάτσε … μείνε …μαζί …Καλά μαμήσια … …Έλα!”
“Ναι αυτό θέλω,…πολύ…. Αλλά δεν βλέπεις; …Τίποτα δεν μπορεί να γίνει τώρα! …Θα μας καταλάβουν …. δεν θα μας αφήσουν να αρχίσουμε, πόσο μάλλον να τελειώσουμε! …Υπάρχει τρόπος;”
“…όσοι πονούν κι αγαπούν συνεργάζονται με μυστική επικοινωνία με το τοπίο που βλέπουν …με τους κυνούς που σμίγουν …με τα γεγονότα που διαλέγουν …Γι’ αυτό κάθε άρτιος Κυνάνθρωπος δημιουργεί πάντα τη χώρα όπου ταξιδεύει…”
Συνεννοούνται δίχως χάσιμο χρόνου, με τα μάτια σχεδόν, σε σχέδιο αντιπερισπασμού ύπνωσης της αγέλης.
Λαίμαργοι και οκνηρά φιλήδονοι, οι Κερ, Βερ και Ρους αφήνονται στις απολαύσεις που τους προσφέρουν οι τσέπες της ζώνης. Οι τόσες μεθυστικές λιχουδιές τους κάνουν να λησμονούν την άγνοια τους και εντείνουν την αγωνία τους μπροστά στις διαδοχικές αποκαλυπτικές εκπλήξεις. Μοιάζουν ατελείωτες. Ακόμα και τα αντικείμενα που τους φαίνονται άχρηστα, όπως μια μυστική διπλή φλογέρα που έκρυβε μια τσέπη, βάζουν σε έξαψη την περιέργεια τους. Πλην της Έριδος, τίποτα δεν είναι ικανό να τραβήξει την προσοχή τους από τα εξεζητημένα εργαλεία της ζώνης.
“Τώρα που τρώνε και πίνουν από τις τσέπες, αν τους παίξεις μια μελωδία ύπνου στη μυστική διπλή φλογέρα που έχει η ζώνη, είναι εγγυημένος ο λήθαργος!”
Η Έρι καταφτάνει αθόρυβη, τους κοιτάει με βλέμμα γεμάτο λάγνες υποσχέσεις, σκύβει και πιάνει την διπλή φλογέρα. Αυτοσχεδιάζει ένα χορευτικό πρελούδιο νίκης και τους στέλνει εύκολα σε κατάσταση έκστασης γύρω από τα λάφυρα. Αργά και σταθερά γυρίζει τον σκοπό σε μελωδία ύπνου και δημιουργεί ένα απαλό και τρυφερό ηχητικό τοπίο κατάλληλο για χαλάρωση.
“Μετά, υπό το φως των αστεριών και τις σκιές των κομματιών, θα έρθω στη δίπλα ζούγκλα να σε βρω. Να περιποιηθείς καλά τις πληγές σου και να με περιμένεις…”
Και όλα γίνονται όπως τα σχεδίασαν.

Οι δύο τους ξανασυναντιούνται και, χωρίς καθυστερήσεις, κάνουν εξαγνιστικό, άγριο σεξ.
Γυαλισμένος και αστραφτερός καθρέφτης η μια, βρώμικος και χαραγμένος ο άλλος, την μολύνει.
Αντικριστά, με βλέμματα που ανταμώνουν μέσα σε φλόγες φωτιάς και καπνού, βιάζουν τη φύση τους, εξατμίζονται μέσα σε στάχτες θησαυρών και γίνονται ένα. Λάγνος εκείνος από πάνω της, την εξουσιάζει, στη σειρά της εκείνη από πάνω του, υπάκουα να διατάσσει.
Όλες οι περιστροφές είναι με το μέρος τους. Όλες οι πτώσεις τους απαντώνται με ακόμα εντονότερες, απανωτές εκκινήσεις.
Καταμεσής περασμένων μεγαλείων, σε στάση πάντα αντικριστή, αποβαφτίζονται από κυνοί.
Ο άγαμος άνδρας, Τσόκυ, μαμάει την άγαμη κόρη, Έρι, όλο το βράδυ, γνωρίζοντας πως όταν γυρίσει το πρωινό, ο χρόνος θα έχει τελειώσει μαζί τους. Αυτός είναι ο τρόπος.
