
“Η κατάσταση που επικρατούσε στο μεγάλο δέντρο έφερε την τελική ρήξη στη σχέση μου με τον παιδικό μου φίλο, Αρί και τους ανθρώπους του μεγάλου δέντρου.
Εμείς, οι άνθρωποι της μικρής σπηλιάς, προσεγγίζουμε τα ζητήματα με πολύ διαφορετικό τρόπο. Υποστηρίζουμε πως οι τρόποι μας πρέπει να είναι εναρμονισμένοι με τον πνευματισμό και τη γαλήνη του μέρους, να στηρίζονται στην βάση των βράχων που αναλαμβάνουν τη βαριά δουλειά. Πάνω τους ξεδιπλώνεται όλη η μαγεία του Άνιμα Kει και ακούγονται πνευστές και έγχορδες μουσικές χωρίς κανείς να κοπιάζει.
Η οντότητα της σπηλιάς αφήνει τις ελαφριές δουλειές για τα κύματα που κινούνται μέσα και έξω από την αγκαλιά της αλλάζοντας συνέχεια το σχήμα της, δίνοντας καινούργιο ρυθμό στις αλλαγές. Αφήνει τον αέρα να μεταφέρει τους σπόρους του και τη βροχή να τους ποτίσει μεταμορφώνοντας τα χρώματα, βάζοντας σε ιεράρχηση τις κινήσεις.
Από το αόρατο χέρι μιας δομής που εξουσιάζει από το ανεστραμμένο θρόνο της στη μεγάλη σπηλιά, χαράσσονται οι στιγμές και τα πρόσωπα στα τοιχώματα της. Πάντα θυμόμαστε τι έχει ζωγραφιστεί και δυνάμεθα ανά πάσα στιγμή να αποκαταστήσουμε την ιστορική αλήθεια.”

Ήταν μικροί και πιάνονταν από τα χέρια των μεγάλων, ο Αρί και ο Τζανιέτ, όταν συναντήθηκαν πρώτη φορά στο Άνιμα Κει και άρχισε να διαβάζει ο ένας τον άλλο μέχρι την λήξη σχεδόν της ημέρας. Ο Αρί τον υποδέχθηκε με τα τεχνάσματα που του δίδασκε ο Ντάμαν και ο Τζανιέτ στη πρώτη μάχη τους εξαντλήθηκε τόσο που οριακά πρόλαβε να κοιμηθεί πριν λιποθυμήσει.
“Είσαι ότι ονειρεύεσαι και εγώ θα στο στερήσω αν απειθαρχείς, για αυτό πήγαινε στο κρεβάτι σου. Πέσε για ύπνο τώρα και άσε με να σε κουβαλήσω στη γιαράνκα σου, όσο ακόμα μπορείς!” του είχε απειλήσει ο μικρός Αρί.
Την επόμενη μέρα είχε ήδη γίνει αντιληπτό του Τζανιέτ πως αν ήθελε να επικρατήσει στα παιχνίδια της παραλίας θα έπρεπε να ακολουθήσει μια διαφορετική, πιο διαλλακτική τακτική από αυτή που έπαιρνε ο Αρί κάτω από τις διδαχές του επιβλητικού Ντάμαν Πορφύρα.
Η παρέα των δύο μικρών στην παραλία θα περιλάμβανε πολλές δραστηριότητες. Μέσα από κάθε μία τα παιδιά έκτιζαν παράλληλα και τον χαρακτήρα εκείνο που θα τους συνόδευε στις μεγάλες αποφάσεις που θα έπαιρναν στο μέλλον. Έτσι από τις αγαπημένες ασχολίες και των δύο αποδείχτηκαν οι κατασκευές σκιάστρων και στολιδιών για τα μικρά καλύβια, τις γιαράνκες, όπου φύλασσαν τα λίγα υπάρχοντά τους και τους προστάτευαν κατά την νυχτερινή κατάκλιση. Κάθε πρωί όμως σηκωνόντουσαν πρώτοι από όλους τους ανθρώπους της παραλίας, έχοντας βάλει από βραδύς στο νου τους να κλέψουν τα γλυκά της γειτονιάς. Σύμφωνα με τη λογική του Τζανιέτ έπρεπε να μαζεύουν τόσα όσα θα ήταν αρκετά ώστε να μην γίνουν αντιληπτοί όμως ο Αρί πάντα έπαιρνε λίγα παραπάνω από αυτά που του αναλογούσαν. Τότε ο Τζανιέτ επέστρεφε κάποια από τα δικά του για να μην τους καταλάβουν και στη τελική καταμέτρηση πάντα έβγαινε χαμένος στο παιχνίδι με τις γλυκές κλεψιές.
Μετά θα ακολουθούσαν αθλοπαιδιές στην παραλία με αυτοσχέδια όπλα, τόξα και σφεντόνες, αλλά και πάλι ο Αρί τα κατάφερνε παντού καλύτερα.

Το ένα και μοναδικό παιχνίδι που ο μικρός Τζανιέτ πήρε τα πάνω του και δεν τα άφησε ξανά από τότε να πέσουν κάτω, παίχτηκε μια φορά και τελευταία, αλλά αρκετή.
Ο Ήλιος έψηνε τόσο πολύ που νόμιζαν πως ήταν κλεισμένοι σε φούρνο, όταν πρότεινε στον Αρί να κρυφτούν στη μεγάλη, δροσερή σπηλιά. Εκεί είχε ήδη έτοιμη την σκακιέρα και τα πιόνια στημένα. Μετά από πέντε κινήσεις μόνο, ο Αρί πίστεψε πως ούτε σε αυτό το παιχνίδι θα πλήρωνε κάποιο τίμημα για όλες τις νίκες του. Χρειάστηκαν μόλις έξι κινήσεις για να φάει την βασίλισσα του Τζανιέτ.
“Καρφώνω το πιρούνι στην πίσω σειρά με διπλή επίθεση σουβλάκι, σε ελέγχω από κάλυψη και αφαιρώ τη φρουρά σου με μια ενδιάμεση παρεμβολή! Όλη η προετοιμασία της άμυνάς σου, πάλι χαμένη πήγε! Προπονήθηκα πολύ, φαίνεται!” Κάνοντας για ακόμη μια φορά κατάχρηση της διαφαινόμενης θέσης του νικητή, κόμπασε αλλά δεν πρόλαβε να ειρωνευτεί. Ο Τζανιέτ ξαφνικά μεταφέρει τον αξιωματικό του σε θέση άμεσης απειλής του βασιλιά του Αρί.
Η έβδομη κίνηση απέδειξε πως η προηγούμενη επρόκειτο για θυσία της βασίλισσας, κάτι που έδωσε χρόνο στους ιππείς του Τζάνιετ να προλάβουν να κλείσουν τα περάσματα διαφυγής του βασιλιά. Η πρώτη νίκη του Τζανιέτ σε οποιοδήποτε παιχνίδι έγινε πραγματικότητα. Ζορισμένος για πρώτη φορά, ο Αρί είχε την τελευταία του κουβέντα, αντανακλαστικά έτοιμη.
“Εγώ είμαι ο βασιλιάς και ποτέ δεν παραδίνομαι! Ακόμα και φωτιά να βάλεις στη σπηλιά, θα ξεφύγω στη θάλασσα και αν τολμάς, έλα να με κερδίσεις εκεί!”
Πέταξε τον βασιλιά του στη θάλασσα της σπηλιάς και κολυμπώντας χάθηκε μέσα σε μια από τις πιο παλιές ιστορίες της σπηλιάς, ιερογραφημένη από τους πρώτους ανθρώπους στα τοιχώματα της. Περιγράφει την εποχή που οι πρώτοι άνθρωποι εμφανίστηκαν στο Άνιμα Κει και είχαν τους δικούς τους μεγάλους βασιλιάδες.

Τότε υπήρχε ένα ακόμα μεγαλύτερο δέντρο μπροστά από τον καταρράκτη. Οι αμέτρητες ρίζες του ήταν το σπίτι των πρώτων ανθρώπων των δέντρων. Ο Άνιμα, υιός του Κύων, ήταν ο βασιλιάς αυτών των ανθρώπων.
Υπήρχε και μια σπηλιά λίγο πιο μακριά, τεράστια, όσο οι δυο τωρινές μαζί. Εκεί ζούσαν οι πρώτοι ανθρώπων των σπηλαίων. Ο Υπερπέρα, υιοθετημένος υιός του Κύων, ήταν ο βασιλιάς αυτών των ανθρώπων.
Λόγω της πατρογονικής έχθρας των δύο αδελφών, οι σπηλαιόβιοι είχαν τους δενδρόβιους για φυσικούς εχθρούς και έτσι κάθε βράδυ βγαίνανε και εφορμούσαν από τα μετέωρα βράχια στις γιαράνκες των ριζών και λεηλατούσαν τις ρίζες. Αν έβρισκαν κάποιον δενδρόβιο του επιτίθονταν και μερικές φορές τον σκότωναν. Οι δενδρόβιοι δεν μπορούσαν να διακρίνουν ανάμεσα στα κλαδιά και τις ρίζες στο σκοτάδι το ίδιο καθαρά και δεν μπορούσαν να αμυνθούν. Έτσι καθώς κυλούσε ο καιρός πολλοί δενδρόβιοι χάθηκαν.
Ο απεγνωσμένος Άνιμα κάλεσε ένα συμβούλιο που αποτελούταν από πέντε μέλη, τους Ρεκ, Ρέϊβ, Σουρ, Ριτς και Ροτς.


“Ώ συμβούλοι, ο εχθρός μας έχει κερδίσει κατά κράτος, με την ικανότητά του να επιτίθεται το βράδυ. Εμείς δεν μπορούμε να αντεπιτεθούμε την ημέρα γιατί δεν ξέρουμε πως φωλιάζει. Είναι επικίνδυνοι και πρέπει να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε. Συμβουλεύστε με.”
Ο Ρεκ πρότεινε να γίνει ειρήνη με τον εχθρό διότι είναι πολύ δυνατός και ακούραστος. Ο Ρέϊβ είπε πως ο εχθρός όχι μόνο είναι παντοδύναμος αλλά αδίστακτος και ανήθικος. Καμιά ειρήνη δεν θα κρατήσει. Πρέπει να βρεθεί κάποιο πλεονέκτημα να τους βοηθήσει στη μάχη. Ο Σουρ συμβούλεψε πως ακριβώς επειδή ο αντίπαλος είναι δυνατός, δεν πρέπει να υπάρξει μάχη. Καλύτερα να αποσυρθούνε σε κάποιο ασφαλές μέρος.
Ο Ριτς είπε να ταμπουρωθούν στο σπίτι τους στις ρίζες. Αν τις εγκαταλείψουνε δεν θα μπορέσουν ποτέ να επιστρέψουν. Ο Ροτς σκέφτηκε να ψάξουν και να ζητήσουν την βοήθεια των συμμάχων τους και έτσι να επικρατήσουν.
Ο βασιλιάς Άνιμα δεν ικανοποιήθηκε από τις συμβουλές και κατέφυγε στον Τσο, έναν ερημίτη, παλιό σύμβουλο του πατέρα του Κύων, βασιλιά όλων των πρώτων ανθρώπων.

O Τσο συμφώνησε πως οι προθέσεις των πέντε συμβούλων είναι όλες καλές αλλά ακατάλληλες για την περίπτωση τόσο δυνατότερου εχθρού. Μηχανορραφημένη ραδιουργία είναι το σχέδιο δράσης. Πρέπει να τοποθετηθούν κατάσκοποι στο στρατόπεδο του εχθρού που θα ανακαλύψουν τα ευάλωτα σημεία του. Και ο βασιλιάς συμφώνησε.
Καθώς όμως αυτό ήταν ένα πολύ καλό σχέδιο κάτι τέτοιο ίσως είχαν ήδη πράξει οι εχθροί τους. Οι κατάσκοποί τους λοιπόν, θα γίνουν μάρτυρες ενός στημένου καυγά μεταξύ του δήθεν προδότη Τσο και του βασιλιά. Με αφορμή χυδαίες ύβρεις και την κλιμάκωση τους έως ξυλοδαρμού μέχρι αιμορραγίας, είναι βέβαιο πως θα παραπλανηθούν ώστε να νομίζουν πως ο Τσο είναι όντως εχθρός του εχθρού τους.


Οι άνθρωποι των δέντρων θα πρέπει τότε να διαφύγουν απογοητευμένοι από την έκβαση του πολέμου, στα ασφαλή δάση και να περιμένουν τα νεότερα. Ο Τσο έτσι θα έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη των αντιπάλων και θα μπορέσει να ανακαλύψει την τοποθεσία του κρησφύγετού τους αλλά και τις αδυναμίες τους.
Ο βασιλιάς Άνιμα έπραξε όπως ο σοφός σύμβουλος σχεδίασε και άρχισε άμεσα τον καυγά. Ο Τσο χρησιμοποίησε τις πλέον άσχημες και ντροπιαστικές εκφράσεις που ήξερε, ώστε οι υπόλοιποι άνθρωποι εξοργίστηκαν τόσο πολύ που απαίτησαν από το βασιλιά τους να συμμορφώσει τον γέρο.
Ο βασιλιάς έδειρε με οργή τον Τσο και τον έλουσε στο αίμα του ποτίζοντας το μεγάλο δέντρο. Έπειτα οδήγησε τους υπόλοιπους μακριά από το σπίτι τους στην ασφάλεια των δασών. Και τότε οι αντίπαλοι κατάσκοποι έφυγαν να ενημερώσουν τον βασιλιά τους περί του καυγά. Έτσι, εκείνος αποφάσισε το τελειωτικό χτύπημα, την ολοκληρωτική επίθεση εναντίον των τρομαγμένων δεντράνθρωπων.
Όταν την νύχτα έφτασαν στο μεγάλο δέντρο οι άνθρωποί του είχαν ήδη φύγει και έτσι αποφάσισαν να ερευνήσουν προς ποιά κατεύθυνση διέφυγαν. Εκείνη την στιγμή όμως ο Τσο τράβηξε την προσοχή του βασιλιά με έναν ξερό βήχα. Έκπληκτος ο Υπερπέρα άκουσε τις επευφημίες του τραυματισμένου. Ο δενδράνθρωπος εξηγήθηκε πως ο βασιλιάς Άνιμα έγινε έξαλλος όταν άκουσε την πρότασή του να κόψουν χαράτσι και να το δίνουν στους σπηλαιόβιους και τον ξυλοφόρτωσε πετώντας τον στο δέντρο.
Υπόσχεται να βοηθήσει τους σπηλαιόβιους αρκεί να βοηθήσουν τον Τσο να ανακτήσει τις δυνάμεις του. Θα τους οδηγήσει στο μέρος οπού κρύφτηκαν οι δεντράνθρωποι και ας τους αποτελειώσουν όπως τους αξίζει.
Η πρόταση ήταν δελεαστική και ο βασιλιάς Υπερπέρα έψαξε τη συμβουλή των πέντε σοφών του, Σερ, Βιέρα, Ρούσι, Ίτσιρ και Τσόουρ. Ενώ ο Σερ και ο Βιέρα δεν εμπιστευόντουσαν και ήθελαν τον θάνατό του Τσο, οι Ίτσιρ και Τσόουρ πίστωσαν ευεργετική την παρουσία του, τουλάχιστον ως προς το που μπορεί να διέφυγαν οι δεντράνθρωποι. Πριν προλάβει να πάρει μέρος ο Ρούσι, ο βασιλιάς είχε ήδη αποφασίσει να πάρουν τον Τσο στην σπηλιά τους και να τον περιθάλψουν ώστε να κλείσουν από τη μεριά τους τη συμφωνία. Αλλά ο Τσο είχε άλλα σχέδια. Γρήγορα έσπευσε να ζητήσει να φωλιάσει κάπου μέχρι να γίνει καλά και για να μην προσβάλλει τους υπόλοιπους ζήτησε να φτιάξει την γιαράνκα του στην είσοδο της σπηλιάς. Εκεί δέχτηκε φροντίδα και τα καλύτερα φαγητά για να μπορέσει να γίνει γρήγορα καλά.
Απαρακώλυτα όλο αυτό τον καιρό, ο Σερ επέμενε να προειδοποιεί τον βασιλιά για τις υποψίες του αλλά όλες οι φωνές του έπεφταν σε ώτα μη ακουόντων. Ο Υπερπέρα εντυπωσιασμένος από τον κολακευτικό λόγο του Τσο δεν είχε αυτιά για κανέναν άλλο.
Τελικά ο Σερ και ο Βιέρα πείσανε τον Ρους και εγκατέλειψαν τη σπηλιά αδυνατώντας να πιστέψουν στην φιλαρέσκεια του αρχηγού τους.
Έτσι ο Τσο ανενόχλητος, συνέχισε τη διείσδυσή του στα ενδότερα της σπηλιάς. Εκεί αφόδευε την ανάγκη του σε επιλεγμένα, στρατηγικά σημεία, ενωμένα με λεπτό σπάγκο. Σκέπαζε τη δυσωδία με ξερόκλαδα, κάλυπτε ελαφρά τα ίχνη του νήματος και αποχωρούσε για αλλού. Όταν ολοκλήρωσε το ανίερο έργο του έφυγε ήσυχα να συναντήσει τους δενδρανθρώπους του στα δάση οπού είχαν κρυφτεί.
Εκεί αναφέρθηκε στον βασιλιά Άνιμα λέγοντας του πως το έργο του τελείωσε αλλά δεν υπήρχε χρόνος για εξηγήσεις. Έπρεπε άμεσα να πυρπολήσουν τις νάρκες που έχει τοποθετήσει στη σπηλιά που χρησιμοποιούσαν σαν κρησφύγετο οι σπηλαιόβιοι. Με αφετηρία το μικρό βουνό που ο ίδιος είχε δημιουργήσει στην είσοδο, οι εκρήξεις θα ήταν διαδοχικές και δεν θα άφηναν κανένα ζωντανό.

Η ολιγομελής αποστολή που συντάχθηκε για τον σκοπό, έβαλε φωτιά στο πρώτο συσσωμάτωμα των τοξικών υλών και η ανατίναξη του σήμανε και την αρχή του τέλους των ανθρώπων και της διάσπασης του τεράστιου σπηλαίου. Ο Τσο πράγματι κατασκεύασε μια νεκρική πυρά για τους σωτήρες του ενώ οι δικοί του επέστρεψαν σώοι στις ρίζες τους στο μεγάλο δέντρο.
Με τη βοήθεια του γέρου συμβούλου, ο Άνιμα σε μια εντυπωσιακή στιγμή υπό βροχή και κοάζοντες κεραυνούς, που έσβησε κάθε ίχνος της φωτιάς, αναδείχτηκε ο πιο δίκαιος βασιλιάς.
Από τότε, ήλεγχε τους πάντες και ποτέ ο ίδιος δεν εμπιστεύθηκε, κλείδωσε και πέταξε το κλειδί στη θάλασσα της σπηλιάς και δεν άνοιξε ποτέ ξανά το σπίτι του στους εχθρούς του.
