Στην αγριεμένη θάλασσα, με τις βροντές να κράζουν πάνω από τα κεφάλια σαν δράκαινες, οι παραισθήσεις όλων των πιλότων ενώνονται εις σάρκα μία. Του μικρού βασιλιά Άνκελ.
Eίναι ζωντανός και είναι στα σαράντα δύο του τώρα. Όλος ο κόσμος τον ακολουθεί.
Όλοι μέσα στη τρικυμία ονειρεύονται σε κοινό όραμα να συμμετέχουν στην ίδια δράση που αποτέλεσε το κύκνειο άσμα του στο Άνιμα Κει. Στο συμβούλιο που τον ανακήρυξε Βασιλιά, στα γεγονότα που ακολούθησαν, σε μια περίοδο που έληξε με την, όπως η ανάμνηση παραμένει, εξορία του από τον τόπο.

“Ακούστε με και φωνάξτε τους μεγάλους! Ακούστε με και φωνάξτε τους μεγάλους και παλιούς λέω! Άμα δεν με ακούσετε που σας προειδοποιώ για αυτούς τους πειρατές της κακιάς ώρας, καλύτερα τότε να προσευχηθείτε στον Άγιο Χριστόφορο σας λέω να μας μεταφέρει στο νησί, κάπου να σωθούμε!
Γιατί αν πράξετε όλοι το καθήκον σας και παρευρεθείτε στο κάλεσμα που εκδηλώνω για το βράδυ στην ανοιχτή μου ομιλία, τότε θα μιλάμε για μια στιγμή που δώσαμε όλοι το παρόν και αλλάξαμε τον ροή της ιστορίας του Άνιμα Κει και των ανθρώπων του, γνήσιοι συνεχιστές των πρώτων.
Ντάμαν και Γκρίζλι, δείτε το σαν προσωπική έκκληση είτε σαν δραματική πρόσκληση, απευθύνομαι σε εσάς κυρίως!”
Στην πλέον κρίσιμη καμπή της πορείας του Άνιμα Κει στο χωροχρόνο, όλοι μπροστά στον επικείμενο όλεθρο, παραμέρισαν τις διαφορές τους και παρευρέθησαν στη μεγάλη σπηλιά για να ακούσουν τον προενισχυμένο λόγο του μικρού Άνκελ.
“Τα δύο προχυρώματα μάχονται για τόσα έτη τους πειρατές χωρίς επικοινωνία μεταξύ τους. Ήμουν δέκα όταν πρωτοήρθα στο μέρος και τώρα φτάνω τα δώδεκα και ακόμα τίποτα. Οργανώνετε μόνο επιθέσεις ανορθόδοξου πολέμου δίχως αξίωση για κάτι καλύτερο. Πέρα των λιγοστών ψαριών που γρήγορα εκλείπουν και εκείνα σε αριθμό, έχουμε να αγωνιούμε και για τα άγρια κατσίκια που φαίνεται να εξαφανίστηκαν και αυτά. Όλα φταίξιμο των πειρατών.
Ήδη όμως η παρουσία μου σας έχει εμπνεύσει αυτοπεποίθηση, δύναμη και θέληση. Το βλέπω! Μαζεύεστε γύρω μου και αδημονείτε τον λόγο και τις πράξεις μου. Μπορεί να γελάτε μετά αλλά είμαι σίγουρος πως με ακούτε βαθιά.
Ο πρόσφατος θάνατος, η απώλεια πέρα από κάθε νοσηρή φαντασία, του αείμνηστου Μίτσο Τελευταίου έρχεται να αποδείξει πως το φως βγαίνει από φανάρι! Που φέγγει και μας προειδοποιεί πως το μικρό χωριό μας θα καταστραφεί και εμείς θα τρέχουμε όπου φύγει, φύγει!
Τα ταμπούρια μας διαλυμένα και άδεια, θα γίνουν σπίτια ποντικών. Αλλά ακόμα τότε αυτά τα μικρά πλάσματα θα πληθύνουν τόσο που θα θέλουν το βασιλιά τους!”
Οι γηραιοί Ντάμαν και Γκρίζλι άκουσαν την κραυγή για ενότητα και αποφάσισαν να βάλουν δοκιμασία στον Άνκελ, να δείξει τι αξίζει, ώστε αν τα καταφέρει, να υποταχθούν στις εντολές του για επιβίωση έκτακτης ανάγκης.
Βέβαια, το τι μπορεί να γνωρίζει για τόσο λεπτά και δύσκολα θέματα, όπως ο πόλεμος, ένα τόσο μικρό παιδί είναι από μόνο του μεγάλο ζήτημα, όμως στην μικροκοινωνία του Άνιμα Κει την δεδομένη δύσκολη στιγμή είναι κάτι που δεν απασχολεί κανένα. Ο θάνατος, όπως όλα τα μηδαμινά ευρήματα έδειξαν, από εκπρόθεσμο πνιγμό, του έμπειρου Μιτσό Τελευταίου, απαιτεί άμεση δράση. Η άφιξη των πειρατών λίγο πριν, φέρνοντας τα άσχημα νέα μόνο τυχαία και συμπτωματική δεν θα μπορούσε να είναι. Δεν ήταν ικανός να αφαιρέσει τη ζωή του όπως ισχυρίζονταν εκείνοι. Αυτό το γνώριζαν όλοι.
Οι σοφοί λογαριάζοντας τη βαρύτητα της στιγμής σκέφτηκαν πως με μια πράξη συμφιλίωσης θα κατέληγαν εύκολα σε δίκαιη απόφαση. Έτσι, διηγήθηκαν από κοινού μια συγκινητική διδακτική μακροσκελή ιστορία από το αρχαίο Άνιμα Κει. Τότε που όπως τώρα, όλοι οι πρώτοι άνθρωποι τούτου του τόπου, οι μετέωροι εναερίτες, οι νυκτόβιοι σπηλαιάνθρωποι, οι περιθωριακοί καταρρακτόβιοι, αποφάσισαν να συναντηθούν και να συζητήσουν ένα θέμα υψίστης σημασίας.
Αναρωτήθηκαν πως ο βασιλιάς τους, ο Κύων των ανθρώπων των ριζών, κατέληξε βυθισμένος στη μοναχικότητά του, να ασχολείται μόνο με τον εαυτό του, αδιαφορώντας για το βασίλειο. Δυστυχώς ούτε ένας των δεντρανθρώπων, δεν ήρθε να αποκρούσει τις κατηγορίες, ούτε καν ο βιολογικός υιός του βασιλιά, ο Άνιμα. Έτσι δεν υπήρχε πια νόημα στο να παραμείνει βασιλιάς κάποιος από αυτούς. Και οι πρώτοι άνθρωποι άρχισαν να ψάχνουν για νέο βασιλιά ανάμεσά τους.
Κοιτώντας με αγωνία ο ένας τον άλλο, ξαφνικά τα βλέμματα όλων με ανακούφιση ενώθηκαν στους ανθρώπους της σπηλιάς και στον αρχηγό τους, τον υιοθετημένο υιό του Κυών, τον Υπερπέρα.
Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του, αποτυπωμένος στις εκφραστικές γκριμάτσες του, ήταν το μεγάλο ελκυστικό και συνάμα, αποκρουστικό, προσόν του. Αν και αστείος ήταν όμως πολύ δυνατός και κυριότερα μπορούσε να κυνηγήσει τη νύκτα. Έτσι όλοι συμφώνησαν στην ανακήρυξη του ως νέου βασιλιά των πρώτων ανθρώπων, του οποίου η στέψη έπρεπε να γίνει άμεσα.
Όπως αποφασίστηκε, μάζεψαν εκατόν οκτώ άγιες ρίζες, νερό από το ιερό καταρράκτη και προετοίμασαν ένα περίτεχνα διακοσμημένο θρόνο. Ακόμα ξάπλωσαν στο χώμα μπροστά από το θρόνο δέρμα αγριοκάτσικου. Οι μουσικοί ξεκίνησαν να ψέλνουν καθώς οι κρουστοί έδιναν τον ρυθμό στον οποίο πανέμορφες θηλυκές φυσούν κόρνες και τραγουδούν τραγούδια χαράς.
Όταν η συνοδεία του Υπερπέρα έφτανε έτοιμη για την στέψη, τότε ο δεντράνθρωπος ετεροθαλής αδερφός του, ο Άνιμα, καταφτάνει και περίεργος ρωτά για το λόγο πίσω από αυτή τη μεγαλειώδη μάζωξη και τρομερή γιορτή. Γνωστός για την εξυπνάδα και ευστροφία του ανάγκασε τους παρευρισκόμενους να παύσουν προς απάντηση.
“Ω Άνιμα, ο βασιλιάς και πατέρας σου Κύων δεν έχει χρόνο πια για εμάς τους απλούς πρώτους ανθρώπους, το βασίλειό του. Έτσι αποφασίσαμε σε συμβούλιο, που έλειπες εσύ και όλοι οι δεντράνθρωποι, να ανακηρύξουμε νέο βασιλιά τον Υπερπέρα και περίοπτο λαό, τους σπηλαιόβιους. Παρόλαυτα, έξυπνος που είσαι δώσε μας την άποψή σου.”
Ο Άνιμα χαμογέλασε ευγενικά και απάντησε πως κατά την άποψή του δεν θα έπρεπε να γίνει η στέψη του συγκεκριμένου υποψηφίου. “Οι σπηλαιόβιοι είναι σχεδόν τυφλοί την ημέρα ενώ κοιτάξτε τον! Γιατί να έχουμε ένα τόσο άσχημο βασιλιά ενώ οι μετέωροι εναερίτες για παράδειγμα είναι τόσο όμορφοι. Και κοιτάξτε τον ξανά! Δείχνει τόσο σκληρός και αποκρουστικός με την γαμψή του μύτη, τα σχιστά του μάτια και τις γκριμάτσες του! Πως θα έμοιαζε αν ήταν πραγματικά νευριασμένος και δεν πήγαινε για τη στέψη του; Μας συμβουλεύω κατά της στέψης του!’
Βάζοντας τις πρώτες αμφιβολίες στο μυαλό των υπολοίπων συνέχισε λέγοντας πως δεν είχαν τίποτα να κερδίσουν από την αλλαγή του βασιλιά. Γιατί και μόνο στην αναφορά του ονόματος του βασιλιά Κύων, οι επίδοξοι εχθροί τρομοκρατημένοι δεν πλησιάζουν καν.
Καθόλου χρήσιμη δεν βρήκε αυτήν την ιδέα των εκλογών και στα λόγια του κανείς δεν βρήκε ψέγμα. Γρήγορα αντιλήφθηκαν πως δεν υπήρχε πλέον λόγος για γιορτή και διέλυσαν την μάζωξη, επιστρέφοντας σπίτια τους. Ακόμα και οι μουσικοί και οι όμορφες θηλυκές αποχώρησαν, ενώ ο Άνιμα παρακολουθούσε κρεμασμένος ανάποδα από ένα κλαρί.
Ανίκανος να καταλάβει τι συνέβη ο Υπερπέρα ρώτησε την γυναίκα του.
“Τι συνέβη; Γιατί δεν άρχισε η τελετή στέψης; Και που πήγαν όλοι;”
“Αν κατάλαβα καλά, είναι και μεσημέρι, ο Άνιμα έστησε εμπόδιο στην εξέλιξή σου και στην ανάδειξη μας σε ηγεμόνες, βασιλιά και βασίλισσα. Έπεισε τους πάντες και έφυγαν!”
Εξαγριωμένος ο ημίτυφλος αποτυχημένος βασιλιάς, φώναξε προς τον Άνιμα. “Είσαι κακός παράριζε αδερφέ! Δεν σε έχω βλάψει με κανένα τρόπο και εσύ υψώνεις εμπόδια στην ανακήρυξη μου σαν βασιλιάς! Από σήμερα και στο εξής βάζω τελεία στη σχέση μας και το είδος μου και το δικό σου θα είναι εχθροί!”
Ο Υπερπέρα και η γυναίκα του έφυγαν τελευταίοι αφήνοντας μόνο τον απορημένο Άνιμα να αναρωτιέται. “Πω, μάλλον έπρεπε να το χειριστώ αλλιώς. Μπορεί οι υπόλοιποι να καταλάβαιναν το λάθος τους, σύντομα και μόνοι τους. Τώρα με τις συμβουλές μου έχω τους σπηλαιάνθρωπους του αδερφού μου για εχθρούς του βασιλείου. Σε τι μπελάδες με έμπλεξε πάλι το καταραμένο μου στόμα!”
Μετά από μια μικρή αλλά βαθιά παύση περισυλλογής, οι γηραιοί Ντάμαν και Γκρίζλι ανακοίνωσαν την απόφασή τους. Ο επίδοξος νέος βασιλιάς Άνκελ θα έπρεπε να αποδείξει την αξία της δύναμής του σε δοκιμασία μονομαχίας με αντίπαλο της επιλογής τους.
Οι μόνοι που φάνηκαν να αντιστέκονται σε αυτόν τον παραλογισμό ήταν η Άϊντο και ο Ρις. Με σκληρή και γερή φωνή, η νεαρή παραμέρισε τον Άνκελ και διαμαρτυρήθηκε πρώτη.
“Μα πως είναι δυνατόν να σημάνουμε την επανένωση της φυλής μας με μια μονομαχία; Να βάλουμε τον οποιοδήποτε, αντίπαλο του μικρού;! Αν πράγματι αναδειχθεί βασιλιάς μετά κάποιος από τους δυο, θα πρέπει να κάνουμε ότι του κατέβει; Τα πράγματα είναι απλά. Εμείς λέμε όχι άλλο εμφύλιο μίσος!”
“Σκεφτείτε μήπως υπάρχει κάποιο εναλλακτικό σχέδιο δράσης. Δεν λέμε να μην οργανωθούμε στρατιωτικά, με όπλα και λοιπά, πως θα μπορούσε να γίνει όμως να έχουμε αμυντικό τακτικό προσανατολισμό; Να βρούμε ένα τρόπο να προστατευθούμε χωρίς να αποδυναμωθούμε. Ίσως τότε και μόνο τότε να μείνουμε και να βοηθήσουμε.”
Η παραλία του Άνιμα Κει όσο πανέμορφη και αν είναι ωστόσο δεν ενδείκνυται για εκτεταμένη οχύρωση. Τα ταμπούρια μπορούν να οχυρωθούν μονομερώς αλλά τα κενά ασφαλείας ανάμεσα τους είναι πολλά. Ποτέ κανείς στην ιστορία δεν προσπάθησε να αμυνθεί παρά μόνο οπισθοχωρώντας στη μεγάλη σπηλιά.
Αλλά στη πρώτη δεκαετία του εικοστού πρώτου αιώνα η κατάσταση της σπηλιάς ήταν κάπως δραματική έως τραγική και σίγουρα δεν θύμιζε το ένδοξο παρελθόν της. Μεγάλοι βράχοι είχαν καταρρεύσει, φράσσοντας την είσοδο, αφήνοντας πολύ στενά περάσματα προς ένα εσωτερικό εξίσου επικίνδυνο για κατολισθήσεις και πλημμύρες.
“Λέτε δηλαδή πως το δίλημμα που θα έπρεπε να σκεφτόμαστε δεν είναι ποιός θα μονομαχήσει με εμένα αλλά αν θα μείνουμε και θα υπερασπιστούμε τον τόπο μας ή θα φύγουμε ντροπιασμένοι και θα ψάξουμε αλλού την τύχη μας!” αποκρίθηκε με θράσος ο μικρός Άνκελ.
Αλλά αν θέλουμε να έχουμε τύχη με το μέρος μας, πάλι θα πρέπει να έχουμε έναν ικανό δοκιμασμένο ηγέτη, όπως προστάζουν οι γηραιοί! Άρα καταλήγουμε πάλι πίσω στην αναζήτηση του αντιπάλου μου και στην ανάδειξη του πιο ικανού αρχηγού. Πρέπει να μονομαχήσω!”
Μα ο Ρις δεν πείστηκε. “Φίλοι μου, το μόνο μου ταλέντο θα έλεγα ταπεινά πως είναι να προβλέπω τον κίνδυνο. Μπορείτε να μείνετε και να προσπαθήσετε να πολεμήσετε αλλά για μας είναι χίλιες φορές προτιμότερο να φύγουμε και εμείς σε εξορία στην ομοιοστατοικία Α.Θ.E.Ο.Θ. Έχουμε καλύτερη δουλειά εκεί να κάνουμε.”

Χωρίς άλλα λόγια, ο Ρις και η Άϊντο πήραν το δρόμο, δίχως αποχαιρετισμούς και συμμαζέματα, πίσω στην ενδοχώρα.
Οι τελευταίοι ήχοι που άκουσαν φεύγοντας, τραγικά κατέληξαν να είναι οι κλαγγές των ξιφών των μονομάχων, φωνές, κραυγές αλλά και μια ξαφνική σιωπή. Και ένα τεράστιο Ω, επιφώνημα τρόμου, ακούστηκε μέχρι την κορυφή του ιερού μονοπατιού.
Η τελευταία εικόνα δε που είδαν φεύγοντας, τραγικά κατέληξε να είναι του νέου βασιλιά, που αποχωρούσε υποβασταζόμενος και αιμόφυρτος. Ο Αρί τον ανέβασε στο μονόξυλο του και τον έδιωξε από την παραλία προς το πλησιέστερο νοσοκομείο, πολλά χιλιόμετρα μακριά και δεν ξαναγύρισε ποτέ.
Η τελευταία οσμή που πήραν φεύγοντας επέλεξαν να είναι από κρίταμα.
