(#016) “Ιερογραφήσεις”

Οι διασωθέντες από τον τυφώνα, Ανεμάκι, πιασμένοι χέρι με πόδι με χέρι με πόδι ξεβράστηκαν στην ακτή των χιλίων κυμάτων με την ανάμνηση του μικρού βασιλιά Άνκελ, πιο ζωντανή από ποτέ, να τους αποχαιρετά έναν, έναν αγγίζοντάς τους με τα σκληρά του, αιματοβαμμένα χέρια.

Στην ημικυκλική παραλία του νησιού, ο Εμίλ ανακαλύπτει το ναυάγιο ενός σφηνωμένου μονόξυλου στα στενά βράχια, ενώ ο Αρί εντοπίζει τα απόβλητα ίχνη, από ότι φαίνεται ενός αγριοκάτσικου. Ο μεν πρώτος αναγνωρίζει με άνεση το μονόξυλο, ο δε δεύτερος, αναρωτιέται πως είναι δυνατόν μετά από τόσα χρόνια όλα να έμειναν τόσο άθικτα. Πραγματικό μυστήριο, αυτό το τελευταίο. Γιατί τα προηγούμενα έχουν την απάντηση τους στο παρελθόν.
Οι αναμνήσεις είναι πολύ παλιές αλλά και ο Εμίλ θυμάται καθαρά τον φίλο του Μίτσο Τελευταίο, και ο Αρί την όψη του εξαφανισμένου αγριοκάτσικου. Όλοι αντιλαμβάνονται την ίδια αλήθεια. Συνθέτουν τον γρίφο της ενοχής και του εγκλήματος που διέπραξαν οι πειρατές και τους συνδέουν επιτέλους με τον πρώτο τους φόνο.
Έτσι η αλήθεια είναι πως το αγριοκάτσικο είχε κολυμπήσει όλη τη διαδρομή, πάνω στα ξύλα που άφησε το ναυάγιο του Μίτσο και οι ισχυρισμοί των πειρατών πως ο Μίτσο αφαίρεσε μόνος του τη ζωή του ήταν ψεύτικοι.

Η ομάδα των έξι έπειτα από το σύντομο τριπλό πένθος καλείται να βρει λύση στο πρόβλημα των εφοδίων και προμηθειών. Το μέρος του σχεδίου που η ομάδα θα περίμενε στο νησί για ενισχύσεις και εφοδιασμό έληξε με την αποτυχία της αλεξίπτωτης ρίψης της αεροσυνοδού Τρίνα από το αεροσκάφος. Η λύση όμως παρουσιάζεται από μόνη της ρίχνοντας πέτρες από ψηλά σε μια προσπάθεια να αμυνθεί αιφνιδιαστικά.

“Σκάστε όπως όταν σκάτε το κουπί! Είναι από πάνω μας το μανιακό κατσίκι και ο στόχος είναι αυτό! Ότι ακριβώς χρειαζόμασταν!” Ο Αρί υψώνει τον τόνο των ψιθύρων του και η άγρια έκφραση που παίρνει το πρόσωπό του ηρεμεί μόνο όταν ακούει τη φωνή της Φυσό να του λέει, “Κυνήγησε όπως ψιθυρίζεις, στα όρια, και πήγαινε φέρε τον Εμίλ που ξεμακραίνει για το αγριοκάτσικο, θα το διώξει!”

Το κυνήγι του αγριοκάτσικου άρχισε μετά από χρόνια ξανά, μα η ομάδα τώρα ήταν έμπειρη και ήξερε τι ήθελε και κυρίως πώς να το κατακτήσει. Πολύ γρήγορα, μάζεψαν κάποια από τα διάφορα συντρίμμια εκεί γύρω, έφτιαξαν κάποια πρόχειρα εργαλεία, λαβίδες, και μοχλούς, χρησιμοποίησαν τα λάστιχα με τα οποία έδεναν τα μονόξυλά τους και κατασκεύασαν σφεντόνες για όλους.
Συντονισμένοι κατάφεραν να γκρεμίσουν το ζωντανό από ψηλά.
Η πτώση προκάλεσε τον ακαριαίο θάνατο του απωθημένου τους προαιώνιου εχθρού. Η φωτιά που ακολούθησε, ήταν η πρώτη φωτιά στο νησί των χιλίων κυμάτων, φάνηκε να είναι ευλογημένη και μαζί με το ψημένο αγριοκάτσικο, έδωσε στους Ανεμάκι το κουράγιο και τις δυνάμεις που τόσο άγρια τους στέρησε η θαλασσοταραχή.

Στο πρώτο ξερό βήχα του Εμίλ ακούστηκε ο αντίστοιχος του Ρις, πιο δυνατά όμως, καθώς ζήτησε τον λόγο. Σηκώθηκε όρθιος και κρατώντας στο ένα χέρι λίγο κατσίκι και στο άλλο τον ηχογραφέα του άρχισε να μονολογεί.

“Φυλή! Με εμπιστευθήκατε να συγκρατήσω τα βασικά μας ένστικτα και έσωσα όσους μπορούσα από τα παραληρήματα της νιότης. Εδώ λοιπόν, γύρω από τη φωτιά στο πλάι καινούργιων, απόκρημνων βράχων εμπιστευτείτε με ξανά, εσείς οι ολιγοστοί εναπομείναντες Ανεμάκι.
Τούτες τις λίγες ώρες πριν ολοκληρώσουμε την αποστολή μας, ας φάμε το κατσίκι και ας θυμηθούμε πως η τρικυμία που μας ξέβρασε σε αυτήν την ακτή, μας άφησε λειψούς αλλά ζωντανούς για ακόμα μια μέρα να εξιστορήσουμε την ιστορία μας, να ηχογραφήσουμε τις εμπειρίες μας και να αρδεύσουμε δύναμη για τη συνέχιση του αγώνα μας, για την κατάκτηση της κορυφής του νησιού των χιλίων κυμάτων!”

Ο λόγος μεταπήδησε στον Άστερ γεωμέτρης σημαιοφόρος τους και μετά ήρθε ο δεύτερος βήχας του Εμίλ.

Οι ιερογραφήσεις συνεχίστηκαν με παρεμβάσεις από τον Αρί, τον θαρραλέο αρχηγό και την Φυσό, την γενναία υπαρχηγό του και συμπληρώσεις από τον Τζανιέτ, τον έμπειρο επόπτη.

Στον τρίτο βήχα του Εμίλ, αποτυπώθηκαν υπενθυμίσεις από τον Ρις, τον ουδέτερο μυθιστοριογράφο και τον Άστερ ενώ τον τέταρτο, τον διέκοψε και αποτελείωσε ο Ρις.

Στον πέμπτο βήχα του Εμίλ, ο εγωισμός και η περηφάνια, τον οδήγησαν μακριά από την παρέα. Χωρίς να το καταλάβει ούτε ο ίδιος πνίγηκε από ένα αιχμηρό κοκαλάκι του κατσικιού. Όταν έγινε αντιληπτή η απουσία του βήχα του ήταν πολύ αργά. Η καταγραφή τότε έπρεπε να λάβει διακοπή.

“Διακοπή.”

Leave Comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.