(#050) “Ντάμαν Πορφύρας”

2046 ή 1 Μετά Διατομών. Δύο πρόσωπα δεν φαίνονταν πουθενά. Πρόσωπα που πάντα έλαμπαν, τώρα έλαμπαν μέσα από την απουσία τους, πρόσωπα χαμένα στον χρόνο, ίσως να μην εμφανιστούν ποτέ ξανά.
«Πού είναι οι γηραιοί;» ρωτάει ο Ρις.

«Μπροστά στην κοσμογονική αλλαγή που συνέβη, ανάμεσα σε συμπιεσμένες λεπίδες φωτός που έκοβαν σαν διαμάντια και σε έναν αφόρητο βρυχηθμό, ο Ντάμαν και ο Γκρίζλι φάνηκαν να βάζουν ειλικρινά στην άκρη τις διαφορές που τους χώριζαν τόσα χρόνια και άρχισαν να τρέχουν μαζί, αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση από εμάς, αφού όλοι γνωρίζαμε ότι η Σπηλιά θα μας προστάτευε από αυτές τις διαστρεβλώσεις. Αγκαλιασμένοι, με δάκρυα, παρακολουθούσαν την αντανάκλαση του καθαρού σύμπαντος στα θρυμματισμένα νερά της παγιδευμένης θάλασσας του Άνιμα Κει, από ψηλά στα ανεμοδαρμένα βράχια. Θα έπρεπε να βρίσκονται πιο έξω, στους γκρεμούς, όμως ίσως τους έσπασαν τα κύματα που φυλακίστηκαν μέσα στον Γιγαντιαίο Θόλο. Τους αναζητούμε και δεν τους βρίσκουμε πουθενά, όμως βλέπουμε καινούργια ιερογραφικά στη Μεγάλη Σπηλιά! Είχαν ήδη επισκεφτεί τη Σπηλιά!».
«Ζωγράφισαν και ύστερα έτρεξαν μαζί», ψιθύρισαν ο Κέρραν, ο Βέρραν και ο Ρούσσαν.
Δεν βρίσκονται πουθενά, παρά μόνο στα νέα Ιερογραφικά! Η φυλή σιωπά.

«Είμαστε τώρα πια μια αποδεκατισμένη φυλή. Ο πόνος για την απώλεια των συντρόφων μας είναι ανυπόφορος. Μέσα σε μόλις δύο περιστροφές, ολόκληρη η ζωή μας άλλαξε. Προτεραιότητά μας είναι να κλέψουμε λίγο χρόνο και να σωπάσουμε γι’ αυτούς και να θαυμάσουμε. Δεν θα μπορούσαν να έχουν πάει τόσο μακριά, δεν φαίνεται να υπάρχει κοντινό θραύσμα ικανό να τους έλξει. Κι όμως, ως ψυχές, ίσως να ξέφυγαν από τον Γιγαντιαίο Θόλο, ή ίσως να παραμένουν κάπου κοντά, πολύ κοντά.. Θυμόμαστε τα λόγια των Γηραιών καθώς θαυμάζουμε τις ζωγραφιστές ιστορίες που μας αφήνουν, την αφετηρία και πορεία τους πάντα δεμένη με την πειρατεία.»


Οι Γηραιοί μάς οδηγούν πίσω, στην τελευταία εποχή εξουσίας ανθρώπινης κλίμακας στο σύμπαν του Άνιμα Κέι, τότε που η Ιστορία ακόμη πίστευε πως μπορεί να τιθασευτεί, πριν η Μνήμη γίνει ρήγμα, πριν ο Μύθος αναλάβει τη διακυβέρνηση, πριν η μετα-ανθρωπότητα αρχίσει να αναπνέει μέσα από τις ρωγμές μας.
Γεννήθηκαν σε έναν κόσμο όπου η γενεαλογία είχε βάρος, η γη είχε όνομα και το τελετουργικό είχε συνέπειες. Ήταν καινοτόμοι, μα και φύλακες δύναμης και σοφίας.
Ο Ντάμαν Πορφύρας και η Λαβού άσκησαν κυριαρχία μέσα από το αίμα, τη συνέχεια και το ιερό δικαίωμα. Ο Γκρίζλι Λουλακίς και η Μπλάνκα δίδαξαν επιβίωση μέσα από τη δύναμη, την επικράτεια και την αντοχή.
Κληρονόμησαν θραύσματα γνώσης για το Άνιμα Κεί, αρκετά για να το φοβούνται, όμως ποτέ αρκετά για να το κατανοήσουν.

1970. Η αρχή της διάβρωσης της εξουσίας.
Οι Γηραιοί θυμούνταν πως ο πόλεμος δεν ήταν κατάκτηση· ήταν τελικά φιλοξενία προδομένη.
Σύμφωνα με τις επιτοίχιες γραφές του Ντάμαν, οι σπηλαιόβιοι έφτασαν στην ενδοχώρα όπου κυβερνούσε, σε δύο κύματα.
Στο πρώτο κύμα ήρθαν οι τρεις σύμβουλοι, Κέρας, Βέρας, Ρούσας. Στο δεύτερο, η ηγέτιδά τους, της οποίας η σκιά ήταν ήδη βαριά από σιωπή. Η Παραπέρας εισήλθε ως η ανωμαλία που δεν δεσμευόταν από τους κώδικες των Γηραιών. Δεν όφειλε πίστη σε γενεαλογίες. Ενσάρκωνε την μετα-ηθική επιβίωση. Θα τους ακύρωνε πρώτα και μετά θα τους κατέλυε ευθέως. Μπροστά της, τα εσωτερικά τους θέματα έχαναν το νόημά τους.
Οι Γηραιοί, ανυποψίαστοι για τα βαθύτερα αίτια της μετανάστευσης, προσέφεραν γη, εφόδια και χρόνο. Κι εκεί, ακριβώς εκεί, ρίζωσε το θεμελιώδες σφάλμα της ιστορίας τους.
«Η Παραμόρφωση της Προϊστορίας», όπως την ονόμασε ο Ντάμαν, ξεκίνησε τότε.
Το αφήγημα των προσφύγων μιλούσε για αδικία και προδοσία από τους πρώην γείτονές τους, τους Ανεμάκι, φυτεύοντας τον πρώτο σπόρο μιας μελλοντικής ρήξης.


1980. Οι εμφύλιοι της ενδοχώρας έθεσαν τους Γηραιούς αντιμέτωπους με τους πρόσφυγες πειρατές τους σπηλαιόβιους.
Θυμάμαστε τα λόγια των γηραιών αφού βλέπουμε ζωγραφιστές τις ιστορίες που μας ‘δωσαν για την προέλευση τους άμεσα συνδεδεμένη με τς πειρατές.

“Για μέν’ η ιστ’ρία γράφ’κε… Τα παλιά λέν πως μιτά την ήττα τς, οι σπηλιάνθρωπ’ ιφτάσαν σι δύο κύματα. Πρώτα ήρθε η ουμάδα των τριών συμβούλων, τον Κέρας, τον Βέρρας κι τον Ρούσας και μετά ακολούθησε κι η ίδια η αρχηγίνα τους, η Παραπέρα. Δεν ξέραμε καλά την φύση των γεγονότων που ανάγκασαν αυτούς τους πειρατές σε προφυγιά, εδείξαμ όμως ιμπιστοσύν’ και τς δώκαμε χώρο και εφόδια, ώστε να ορθοποδήσουν ξανά.
Η παραχάραξη της προϊστορίας το ονόμασα, επειδή οι ίδιοι οι πρόσφυγες μιλούσαν για την αδικία και την προδοσία που τους επεβλήθη από τους γείτονες και φίλους τους τους Ανεμάϊκ.

Στις ημέρες τ’η’ς βασιλείας μ’ου’, ας πούμι ούτι τα κατάφιρνα καλούτσκα. Οι πρόσφυγες όλα τούτα τα χρόνια, ‘δειχναν καλές προυθέϊσ’ς κι συμφωνούσαν ζ’ γκανόνις γειτουνίας που θέταμε, αλλά απου πίσω είχαν ήδη ουργανώσ’ μι απόλιυτ’ μυστ’κόϊττα, τα κατακτητικά τ’ς σχέδια. Ιγώ πάντα κρατούσα επιφυλάϊξ’ς για την παθητικιά την συγκαταβατικόϊτητα τ’ς, όμως ου υπαξιαματικ’ς μου τότες, ο Γκρίζλις, ιπέμενε πως ίπρεπε να δείχνουμ’ ανουχή στις ιδιαιτερότητ’ς που εμφάν’ζαν. Όπως είχαν κάϊνει επί τόσες γεννιεές οι προυγονιοί μας έτσι κι ‘μείς ίπρεπε να δεχθούϊμ’ πως ουόλ’ χουράμ’ κάτς από γειτουνικές σκ’νιές με τον Κερά, τον Βερά, τον Ρουσά και τ’ς απόγονούς στς..»


1990. Η μνήμη γίνεται ασταθής κι έτσι πανίσχυρη. Πίσω από τη συμμόρφωση, οι σπηλαιόβιοι οργανώνονται σε απόλυτη μυστικότητα. Οι Γηραιοί, κοιτάζοντας προς τα πίσω, το ονομάζουν απόδειξη συνωμοσίας. Δικαίωση των φόβων τους. Κανείς όμως δεν ομολογεί πως ίσως ποτέ δεν κατάλαβαν από τι πραγματικά έφευγαν οι πρόσφυγες.
Ο κόσμος αρχίζει να ραγίζει. Όχι ακόμη υλικά. Ψυχολογικά. Η παλιά ισορροπία διαλύεται.
Οι παρατάξεις συγκρούονται για τον έλεγχο της Ενδοχώρας, του τελευταίου σταθερού εδάφους της Ελλάδας. Η εξουσία παύει να είναι σύμβολο. Γίνεται στρατιωτικοποιημένη μνήμη. Οι Γηραιοί δεν πολεμούν για το μέλλον. Πολεμούν για να παγώσουν τον χρόνο.


2000. Η στιγμή της εξορίας. Ο εμφύλιος αναζωπυρώνεται, ανεξέλεγκτος.
Στην ήττα προστίθεται η διασπορά των νέων ανδρών και η υπόγεια βασιλεία της σαδίστριας τυράννου Παραπέρας. Οι Γηραιοί παύουν να είναι άρχοντες. Γίνονται εξόριστοι με μνήμη.
Ο Ντάμαν και ο Γκρίζλι, με τη Λαβού και τη Μπλάνκα, εγκαταλείπουν την Ενδοχώρα και καταφεύγουν στην έρημη παραλία του Άνιμα Κει, την παραλία των χιλίων ανέμων.


2005. Οι συνεχιστές των Ανεμάκι.
“Ουόταν συσπειρώθ΄καμαν μιτά τ’ν ήττα στουν ιμφύλιου του μπόλεμου τα’ς πατρίδους μας κ’ τ’ν δγιουγμού μας ιξιτίας τ’σαδιστή τς’ιξουσιαστή Πι’ρι’ά, πήραμ’ τ’ς γυναίκις μας, τ’ν Λά’βου ‘γω κ’ τ’ν Μπλάν’κα ο Γκρίζ’λις και καταφύγαμ’ στ’ν ιρημ’κή παραλία των χιλίων ανέμων, την χιλιοκαταρ’μέν’.
Ιξόριστ’ μιτά που τόσις μάχις, οι συνιχιστές τουν Ανεμάϊκ’ ιγκαταστήσαϊμ τα ταμπούρια μας στου μεγάλου δέντρου κι ζ’ μικρή σπ’λιά. Αυτού ήταν κι η συμβολική μας η κίνηση. Κάποτε οι σπηλαιόβιοι γίναν πρόσφυγες, τώρα οι Ανεμάκι κληρονομούν το καταφύγιο. Ικίθε που μιτά απου χρουόνια έκανα και το πιο σπουδαίο μου, που γνώρτσα τ’Ανεμάϊ’κι στουν Αρί μ'”

Leave Comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.