Ο Μανκί μετά λίγη σκέψη, θα επενδύσει και τις τελευταίες, για σήμερα, πνευματικές ικμάδες ενέργειας του εξωσκελετού του στην ακρόαση μουσικής. Ξεψαχνίζει τη βιβλιοθήκη μουσικής του μεταλλικού αποθηκευτικού κιβωτίου της ομοιοστατοικίας Α.Θ.Ε.Ο.Θ και με το ένα του χέρι τοποθετεί στο παλιό του μηχάνημα αναπαραγωγής οπτικών δίσκων, τον τέταρτο δίσκο του Άϊς Έϊταν, Διατομική Γη. Θέλει να προσδώσει νέο ειρμό στο νόημα και να αρχίσει την εργασία και βάζει να ακούσει ένα μουσικό κομμάτι που συνοδεύει την παραδοσιακή ποίηση του αγαπημένου του τραγουδιστή. Είναι άλλος ένας προφητικός τρόπος του να δείξει εμπιστοσύνη στην επιστροφή του Τσόκι.
Κοντή και παχουλή, παραδοσιακό τραγούδι
Μια κοντή, μια παχουλή,
Μωρ’ μια κοντή, μια παχουλή
Εμ δεν έχω φιλημένη, δεν έχω φιλημένη.
Η Σπηλιά που Μίλησε από το Βιβλίο 3: Των Κοράκων και των Γλαριών
“Ήμουν ένας πλανώδιος μουσικός που κυρίαρχούσα σε ένα συγκεκριμένο μέρος της αστικής ζούγκλας.
Μια μέρα, δεν μπόρεσα να εξοικονομίσω ούτε ένα νόμισμα, μετά από περιπλάνηση στη ζούγκλα ψάχνοντας για φιλοθέαμον κοινό. Ήταν σχεδόν ηλιοβασίλεμα και άρχισα να επιστρέφω παρά τη μεγάλη μου πείνα.
Κατά τη διαδρομή, είδα μια μεγάλη σπηλιά και σκέφτηκα μέσα μου: “Σίγουρα κάποια παρέα θα αράζει σε αυτή τη μεγάλη σπηλιά. Μια τόσο όμορφη σπηλιά δεν μπορεί να είναι άτομη. Κατά το ηλιοβασίλεμα, οποιοδήποτε θέλει να περάσει καλά εδώ πρέπει να επιστρέψει. Θα κρυφτώ μέσα στη σπηλιά και θα περιμένω το κοινό μου να έρθει.”
Η σπηλιά ήταν η καβάτζα ενός μπάτσου της ασφάλειας, που έφτασε λίγο μετά από τον κρυμμένο μέσα στη σπηλιά μουσικό. Κατά την είσοδο του παρατήρησε τα ίχνη του καλλιτέχνη που οδηγούσαν μέσα στη σπηλιά, αλλά δεν μπόρεσε να βρει κανένα ίχνος να βγαίνει.
Σκέφτηκε, “Αν πράγματι έχει μπει ένας επιδειξίας ή οτιδήποτε, καλύτερα να βγάλω το όπλο μου αμέσως μόλις μπω να είμαι έτοιμος. Αλλά, πώς μπορώ να είμαι σίγουρος; Δεν υπάρχει λόγος να μείνω μακριά από το σπίτι μου αν δεν υπάρχει κάποιος ξεδιάντροπος μέσα. Πρέπει να βρω έναν τρόπο να επιβεβαιώσω αν όντως είναι ακόμα μέσα.”
Ο μπάτσος σκέφτηκε ένα σχέδιο και, στέκοντας μπροστά στη σπηλιά, άρχισε να φωνάζει, “Γεια σου Σπηλιά! Γεια σου Σπηλιά! Μπορώ να μπω μέσα;”
Για μερικά λεπτά, περίμενε σιωπηλά και ξανά φώναξε, “Γεια σου Σπηλιά! Έχεις ξεχάσει τη συμφωνία μας όλα αυτά τα χρόνια; Πάντα περιμένω την απάντησή σου πριν μπω. Γιατί είσαι σιωπηλή σήμερα; Θα πάω τότε σε κάποια άλλη σπηλιά αν δεν μου απαντήσεις.”
Ακούγοντας αυτά, ο Άι Σέϊταν λογικά σκέφτηκε, “Η σπηλιά λογικά πρέπει να του απαντάει του κυρίου για να μπει, Ίσως είναι κάτι αυτόματο. Να είναι επειδή είμαι μέσα που η σπηλιά δεν απαντά σήμερα. Πρέπει να προσκαλέσω εκ μέρους της, αλλιώς ο υποψήφιος θαυμαστής θα φύγει.”
Έτσι, ο καλλιτέχνης απάντησε τραγουδιστά από μέσα στη σπηλιά, “Γεια σου Θεατή! Μ να μπεις. Είναι ασφαλές μέσα.” Η μελωδική απάντηση ήταν ακόμα πιο φρικιαστική λόγω της αντήχησης από τους τοίχους της σπηλιάς. Ο μπάτσος τρόμαξε αμέσως ότι λιοντάρι τον περίμενε να μπει και να τον κάνει δείπνο. Έτρεξε λοιπόν, τόσο γρήγορα όσο μπορούσε, γκρέμισε την ξύλινη πόρτα του κεντρικού θαλάμου της σπηλιάς με τον ώμο του, πυροβόλησε τον Άι Σέϊταν, κατά μέτωπον επίθεση, πολλές φορές κατα ριπάς, σε όλο το σώμα του και στο κεφάλι κυρίως, αλλά πιο πολύ επικεντρώθηκε στην αριστερή του πλευρά. Ο Άι Σέϊταν χρησιμοποίησε τα τακτικά του μουσικά εργαλεία σαν ασπίδα, έχασε όλον τον εξοπλισμό του αλλά στο τέλος σώθηκε και λύθηκε η παρεξήγηση και αυτό ήταν μια τίμια αποζημίωση.
Τσέρι Τσαν, ιστορικό Σουλίου
Στη βρύση στα τσερίτσανα,
στου’ πλα’ μωρέ,
στουν πλάτανο στουν κάμπο.
Μπουλούκ’ πασάδες κάθονταν,
μπουλούκ’ πασάδες κάθονταν.
Μπουλούκ’ πασάδες κάθονταν
και αγνά’ μωρέ,
κι αγνάντευαν πιο πέρα.
Πους πουλεμά’ η Τζαβέλαινα,
πους πουλεμά για σας παιδιά.
Πους πολεμά’ η Τζαβέλαινα,
σαν τ’ά’ μωρέ,
σαν τα’άξιο παλλικάρι.
Σερνεί τουφέκι, στο πλευρό,
σερνεί τουφέκι, στο πλευρό.
Σερνεί τουφέκι, στο πλευρό,
Τα βό’ μωρέ, τα βόλια στο ζωνάρι.
Και το παιδί στην αγκαλιά,
και το παιδί για σας παιδιά.
Και το παιδί στην αγκαλιά,
και από μωρέ,
και από όλους μπρος παένει.
Και το παιδί στην αγκαλιά,
και το παιδί για σας παιδιά.
Μοναχικός Εξωγήινος, ένα ποίημα του Βασιλιά Άνκελου
-Μμμ, βασικά δεν ξέρω τι να ηχογραφήσουμε.
Ηχογραφίζει;
-Τώρα ναι!
-Λοιπόν, το σύμπαν μας είναι ένα σύμπαν
Και έχει πάρα πολλά σύμπαντα ακόμα γύρω γύρω, ναι
που αυτά είναι πάνω σε μια χελώνα
που είναι σε ένα δάσος τεράστιο!
-Και που είναι αυτό το δάσος έξω από αυτό τον πλανήτη;
-Βέβαια, σου λέω σε άλλο σύμπαν!
-Α! Τι λες τώρα!
-Έτσι όπως είναι το σύμπαν μας, πολλα σύμπαντα έχει,
και όλα αυτά είναι πάνω σε μια χελώνα.
Και αυτή είναι σε ένα δάσος που έχει όλο τέτοια ζώα.
Και αυτό το δάσος είναι πάνω σε ένα δάσος
που είναι πάνω σε ένα σύμπαν που είναι πάνω σε μια χελώνα και πάει λέγοντας.
Και υπάρχει, και υπάρχει μόνο ένας εξωγήινος, μόνο ένας, που έχει καταφέρει να βγει απ’ όλα αυτά τα σύμπαντα και τους κόσμους και να πάει στην μεγαλύτερη χελώνα!
Άμα βγεις από αυτή τη χελώνα πάνω στο σύμπαν, μμμ… Χάνεσαι… Μετά είσαι, δεν ξέρεις που είσαι!
-Χάνεσαι…
-Θέλεις ένα ψωμί με λίγο λαδάκι;
-Ε; Όχι δεν θέλω!
-Θέλεις μόνο γλυκά ε;
-Μήπως ένα αβγό;
-Χι,χι, όχι!
