(#007) “Αλιείς”

Καθώς προσγειώνονται στην παραλία, η ξαφνική εμφάνιση ενός ηλικιωμένου αρματωμένου και αναψοκοκκινισμένου γέρου κοντά στα εβδομήντα, οδηγεί τον Άστερ και την Έρις σε ένα αμήχανο συναπάντημα. Ο γέρος έδειχνε αρπαγμένος και το ταλαιπωρημένο ζευγάρι απροετοίμαστο να βιώσει έτσι την πρώτη του ψυχεδελική εμπειρία επί του Άνιμα Κει.

Από τη θάλασσα εισβάλλει με ένα οριζόντιο τρομακτικό ευθύ σάλτο στη παραλία ο γερο Γκρίζλι, φωνάζοντας μες τα λιωμένα πρόσωπά τους λες και ήθελε να τα διαλύσει με μιας.

“Βρε καλώς τον στρατηγό της ξηράς και την κοκκινοκατσαροφούντα του, χα, χα, χα! Ε εγώ είμαι ο Γκρίζλι όπως με φωνάζει ο Τζανιέτ, που μου ‘πε πως θα έρθετε και ε..βγήκα για κυνήγι, μην τρομάζετε, τέλειωσα!”

“Πηγαινέτε τώρα βρείτε τον και ελάτε μετά να φάμε καμιά μπουκιά να σας πω και καμιά ιστορία. Βέβαια και εκεί παρακάτω, αυτή την ιστορία που λέει ο Πορφύρας στον Αρί, δικιά μου την θυμάμαι και αυτή, και μου τη δίνει στα νεύρα που μέσα από αυτό το στόμα του παίρνει άλλο χρώμα, ποιο ζωντανό… παρόλα αυτά, δικιά μου παραμένει, να καθίσετε να την ακούσετε! Πηγαινέτε!”

“…κι κει πο’ η μ’ρμούρα μπαλαντζάρ’ για να ‘βρει να γεμίσ’ το νηστ’κό τ’ς το στ΄μάχι, ξιθάβ’ απ’την άμμου, τα μαύρα τα σκ’λήκια! Ακούς Α’ρί μ’;”

“Ακούγω τεντωμένος καπ’τάνο!”

“Τα μαύρα τα σκ’λήκια ρε! Το πώς μπαίν’ κι βγαίν’, μπαίν’ κι βγαίν’ κι ξαναμπαίν’ στην αμμούδα, συγκρίν’ται μόνο μη δαύτους που μας πλευρίζουν από θαλάσσης, να τώρα δα, δες ρε Ά’ρι ξοπίσω σ’, έτσ’ μοιάζ’! Όϊ, σε τι άξαφν’κύμα  μπαινοβγαίν’! Όϊ,, είναι δυό και δεν την βλέπω καλά αυτήν την πισινή τ’ την ακόλουθο! Μα ετούτος ο μπροστάρ’ς, άξιους δείχν’! Άξιους πλοηγητής, να μη το θυμηθείς, τον κόβω να μας ψαρεύ’ γλυκάδ’!”

“Μας πλευρίζουν κι απ’ το μονοπάτι Ντάμαν, κοίτα από την άλλη, έρχονται κι άλλοι, να ‘χαμε ένα κιάλι, χα! Κοίτα, εκεί που έρχονταν κατά δω, τώρα πάνε για του Γκρίζλι το ταμπούρι. Αν τρόμαξαν με δαύτο το κύμα, σίγουρα θα ‘ναι από το συνεργείο του Τζανιέτ. Χα, χα, ακόμα μια μυστήρια και αστεία στιγμή μας προσφέρει το Άνιμα Κει, χα, χα, σπλάτ, μπάμ, γντούπ!”

Οι καγχασμοί των δύο αντρών στο ταμπούρι του μεγάλου δέντρου κονιορτοποιούνται σχεδόν άμεσα από μια απρόσμενα αναμενόμενη αμμοβολή.

Η ανώμαλη προσεδάφιση της Ντουσάνκα, το ιλιγγιώδες κύμα την πέταξε πάνω από τα κεφάλια των Άστερ και Έρη, εκτόξευσε τόση άμμο που σχεδόν έσβησε την φωτιά που γύρω της άπλωνε τις ποδάρες του ο Ντάμαν. Εκείνες με τη σειρά τους θάφτηκαν πάραυτα, ενώ ο Εμίλ με την τέλεια εκβολή του έμεινε να κοιτά το περαστικό ζευγάρι καθώς όδευε προς το ταμπούρι της μικρής σπηλιάς, χωρίς λόγια, κάνοντας κάποιες γκριμάτσες ντροπής.

“Ε ναι! Πρώτο! Σας υποδέχθηκε όπως ήθελε ο τόπος και όχι μόνο εσάς αλλά και εκείνους τους άλλους δύο! Πολλές αφίξεις σε μια μέρα και την γλιτώσατε παρά τρίχα, Έρης! Χα, χα, χα!

Γεια σου ρε γεωμέτρη τα κατάφερες λοιπόν, μου επιστρέφεις τον ιστορικό μου χάρτη! Το αντικείμενο που μας έφερε όλους εδώ, εμένα και τον πατέρα μου, εδώ που πέρασα τα παιδικά μου καλοκαίρια με τον φίλο μου, τον ζόρικο Αρί, κάνει τη δουλειά του ακόμα! Πείθει κι άλλο καλό κόσμο να έρθει και να φέρει την ωραία του ενέργεια!

Μα, οι αναμνήσεις είναι ακόμη τόσο ζωντανές όσο ζωντανή είναι και η παρέα μας!

Ιδού και μια από τις πρώτες μου ζωντανές αναμνήσεις, η Μπλάνκα, η σύζυγος του Γκρίζλι! Από τους παλιούς ανθρώπους του Άνιμα Κει! Ω, όσο και αν θλίβομαι που χαίρομαι, συγγνώμη κυρία μου, το εννοώ! Νέοι! Πείτε τα χαιρετίσματά σας και πάμε να σας δείξω το ταμπούρι μου κάτω από τα μετέωρα βράχια, να μου πείτε τραγουδιστά νέα από τον έξω κόσμο!”

Το ζευγάρι των Άστερ και Έρης συνοδεύει τον Τζανιέτ πίσω στο ταμπούρι του και η ήρεμη φυσιογνωμία με τις χαλαρές τρεχούμενες κινήσεις των άνω άκρων του φίλου του, υπνωτίζουν τον Άστερ προσφέροντάς του ακόμα μια ψυχεδελική εμπειρία επί εδάφους Άνιμα Κει.

Ο Άστερ χάνεται ξανά στην ήρεμη φυσιογνωμία του Τζάνιετ και στις χαλαρές κωπηλατικές κινήσεις των άνω άκρων του φίλου του. Τον υπνωτίζουν. Δεν έχει περάσει πολύ ώρα από τότε που έκαναν την εμφάνιση τους οι παραισθήσεις της νιότης του, όμως η καρδιά του ακόμα τρέχει σαν τρελή. Τα οράματα φαίνεται να μην έχουν τελειωμό, και κάθε ερέθισμα εκεί γύρω από τη νηοπομπή των επτά μονόξυλων γίνεται αφορμή για να εισέλθει σε κάποιο νέο σύννεφο αναμνήσεων.

Τώρα ακούει από απόσταση τις φωνές του Εμίλ, κάτι στα νερά τον ανησυχεί και εκείνον. “Ίσως να αρχίζει με τη σειρά του να βλέπει παραισθήσεις και αυτός”, σκέφτεται ο Άστερ.
Είναι ακόμα νωπές στο μυαλό του οι αστείες γκριμάτσες του Εμίλ στη θύμηση της κυματοειδούς υπερκωμικής πτήσης της Ντουσάνκα πάνω από το κεφάλι του, τότε στο μακρινό δυο χιλιάδες και πέντε, όταν και πρωτόφτασαν όλοι τους στο Άνιμα Κει. Πολλά άλλαξαν μέχρι τώρα αλλά κάποια πρόλαβαν έδειξαν την κατεύθυνση που θα έπαιρναν ήδη από τότε.
Ο Άστερ θυμάται πως από όλους τους μαχητές της φυλής, πρώτος ο Εμίλ επιλέχθηκε να ηγείται των νηοπομπών ως ρυθμιστής να δίνει τον ρυθμό στις εκστρατείες επιβίωσης ενάντια στον στόλο των πειρατών, άξιος συνεχιστής των παλιών πρώτων ανθρώπων του Άνιμα Κει.

Στον ανακατεμένο σχηματισμό που διακρίνει τώρα την ομάδα των επτά μονόξυλων, ο Εμίλ προειδοποιεί τον στόλο πως εντόπισε ένα σμήνος κυνηγών. Τη δεδομένη κρίσιμη στιγμή της σπουδαιότερης εκστρατείας που ανέλαβε ποτέ η φυλή των Ανεμάκι, δεν κρατιέται, θέλει να το ψαρέψει. Βγάζει το ψαροντούφεκό του από τη θήκη του και οπλίζει. Η ομάδα των υπόλοιπων έξι μονόξυλων γυρίζει προς το μέρος του και απορημένη τον κοιτάζει αργά να πέφτει σε παραλήρημα.

“Τα παπαγαλάκια θα κυνηγήσουμε, τους κυνηγούς θα παπαγαλίσουμε, τις μουρμούρες θα θραψαλίσουμε, στα θράψαλα θα μουρμουρίσουμε!
Η περιγραφή του Οππιανού της Κόρυκας για ψάρεμα με ακίνητο δίχτυ είναι πολύ σωστή για την περίπτωσή μας!

Οι αλιείς τοποθετούν πολύ ελαφρά δίχτυα από κατεργασμένο λινάρι κυκλικά, καθώς χτυπούν βίαια την επιφάνεια της θάλασσας με τα κουπιά τους και σχηματίζουν μια δίνη γύρω από τις άκρες του κύκλου με το δίχτυ. Από τα χτυπήματα των κουπιών και το σαματά που κάνουν, τα ψάρια τρομοκρατούνται και τρέχουν πάνω στο στάσιμο δίχτυ, νομίζοντας ότι είναι καταφύγιο: ανόητα ψάρια που τρομαγμένα από το θόρυβο, εισέρχονται στις πύλες του χαμού τους. Έπειτα οι ψαράδες τραβούν το δίχτυ και από τις δυο πλευρές με σχοινιά και τα οδηγούν στην ακτή.

Μας έχω εξοπλίσει τα μονόξυλα με ειδικό δίχτυ τέτοιου τύπου αλλά και με άλλες μεθόδους ψαρέματος. Συρτή, ιχθυοπαγίδα, καμάκια και τρίαινες με κατάληξη οδοντωτή και μυτερή.
…Θραψαλισμένες μουρμούρες και κυνηγημένα παπαγαλάκια!”

Leave Comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.