(#044) “Μουσική Αφετηρία”

Έπειτα από πολλές Ώρες δημιουργικής μοναξιάς με καλή παρέα τη μουσική του Άϊς Έϊταν, το βιβλίο του Ρις Κερουσίτη και το γράμμα της μητέρας του, μάγισσας Ντούς Άνκα, ο Μανκί φαντάζεται τις κενοπλανήσεις του Τσόκι με επιταχυνόμενη κωλυσιεργεία. Ωστόσο έχει δείξει αρκετή υπομονή περιμένοντάς τον να γυρίσει.

“Τι να γυρεύει άραγε να βρει, το δικό μου τσακαλάκι, ο Τσόκι; Μήπως τον βρήκε τίποτα πρώτο; Τουλάχιστον, φρόντισα να έχει μαζί του όλες τις λύσεις για οποιοδήποτε πρόβλημα του παρουσιαστεί. Εγώ; Τι άλλο να κάνω τώρα;” αναρωτιέται και μπερδεμένος, δυσκολεύεται να αποφασίσει τις επόμενες κινήσεις του.

Έχει κόλπα, όμως, να βοηθηθεί να πάρει μπρος, είναι αγροτέκτονας το δίχως άλλο, με έτοιμα επιχειρηματικά πλάνα. Ψάχνοντας για λίγα Τρίτα, δεν αργεί να σκαρφιστεί το επόμενο μέρος για το έργο του, ο Κύων των Κυνών.
Μετά από λίγη σκέψη, θα επενδύσει και τις τελευταίες του, για σήμερα, πνευματικές ικμάδες ενέργειας του εξωσκελετού του στη μουσική. Ξεψαχνίζει τη βιβλιοθήκη του μεταλλικού αποθηκευτικού κιβωτίου του Αυτόνομα Θεραπευτικού και Ενυδρειοπονικά Ομοιοστατικού Θύλακα και έπειτα τοποθετεί στο παλιό του μηχάνημα αναπαραγωγής οπτικών δίσκων, τον τρίτο δίσκο του Άϊς Έϊταν, Αίθουσες Εδεσμάτων, που κυκλοφόρησε το παλιό καλοκαίρι του δύο χιλιάδες και είκοσι εφτά, γύρω στα ογδοντα έξι χρόνια πριν.

Παρόλα αυτά, ποτέ δεν είναι αργά να πει κανείς ποτέ, σκέφτηκε, και ξανάρχισε την ανάγνωση ακούγοντας παράλληλα την διασκευασμένη έκδοση του Άϊς Έϊταν σε ένα ριζίτικο τραγούδι της Κρήτης που ήταν κάποτε ένα νότιο νησί της Γρεκίας.

Ο αγαπημένος του συνθέτης, χρησιμοποίησε φωνητικά δείγματα από ένα παλιό τοπικό τραγουδιστή, βασίστηκε στην πρωτότυπη κλίμακα του παλιού κομματιού, ελαττωμένη Σολ, και ενορχήστρωσε με καινούργια και έντονα, για την εποχή του, ηχητικά υφάσματα ένα, εν πολλοίς ξεχασμένο, ηχητικό στιγμιότυπο, περασμένων γήινων μεγαλείων.

Χορευτές στον ουρανό, ριζίτικο Κρήτης

Στον ουρανό, στον ουρανό χορεύουνε,
στον άδη κάνουν γάμο και βγήκαν και,
και βγήκαν και, και βγήκαν και καλούσανε,
όλους τους πικραμένους, χριστέ να με,

χριστέ να με, χριστέ να με καλούσανε
και με τον πικραμένο να φτιάξω πρα,
να φτιάξω πρα, να φτιάξω πράσινα κεριά,
με αλεξιμνιές λαμπάδες, να τα άναβα,

να τα άναβα, να τα άναβα, να γύριζα
τον άδη γύρω γύρω, να δω τσι νιους,
να δω τσι νιους, να δω τσι νιους πως κοίτουνται,
τσι γέρους πως κοιμούνται, να δω και τα μωρά παιδιά.

Με αλεξίμνημες λαμπάδες ανάβει πράσινα κεριά και γρήγορα βάζει να ακούσει ένα μουσικό κομμάτι που παρήγαγε ο παλιός, αγαπημένος του συνθέτης, συνθέτοντας εξ’ ολοκλήρου εκείνος τη μουσική του, χρησιμοποιώντας, παράσπονδα, αποσπασματικές φωνές από ένα παλιό ανθρώπινο δημιούργημα σε μορφή ηλεκτρονικού παιχνιδιού αγγλικής γλώσσας.

Κλόουνς, σύνθεση από τον Άις Έϊταν
-Σημάδι;
-Πού μπορεί να είναι το σημάδι…;
Πιεσμένοι, άνθρωποι, χαρούμενοι.
-Είσαι κλόουν! Ένας αστειοποιός! Ένας διασκεδαστής!
Θα έπρεπε να κάνεις τους ανθρώπους χαρούμενους, όχι καταθλιπτικούς!
Κάποτε υπήρχε ένας νεαρός κλόουν στο τσίρκο,
που φανταζόταν τον ουρανό να πέφτει.
Το φανταζόταν τόσο άσχημα,
που τον έκανε πολύ λυπημένο.
Στο πρόσωπό του φορούσε πάντα μια γκριμάτσα.
-Γιατρεύομαι στον καθρέφτη
στις πιο σκοτεινές νύχτες,
κοιτάζω την εικόνα μου και
απλά βλέπω τον κλόουν.
Όσο πιο δυνατά γελάει,
τόσο πιο σκληρά παλεύω!
Ω υποκόσμε κόσμε,
γεμάτος δυσκολίες και κλάσματα.
-Χαρούμενοι άνθρωποι, σημαδεμένοι, πιεσμένοι..

Με αφορμή άλλο ένα τραγούδι στην ίδια αισθητική και τεχνοτροπία τον οδηγεί σε ένα κάπως διαφορετικό δρόμο σκέψης. Ρίζες σκέφτεται αν και το τραγούδι του Άις μιλάει για φαρδιά παντελόνια.

Χαλαρά Πανταλόνια, σύνθεση από τον Άις Έϊταν

-Ο κόσμος είναι ένα πέπλο δακρύων όταν είσαι νέος.
Όλοι είναι εναντίον σου.
Αλλά υπάρχουν χειρότερα πράγματα από σφιχτά καπέλα και ξεχειλωμένα μακριά μανίκια, ξέρεις.
-Χαλαρά Παντελόνια, Χαλαρά Παντελόνια,
Είναι οι πιο πιστοί φίλοι που θα μπορούσες ποτέ να ζητήσεις.
Χαλαρά Παντελόνια.
-Το φθινοπωρινό δάσος είναι ένα μαγευτικό μέρος γεμάτο μυστήριο.
Εκεί μένουν περίεργα πλάσματα, αλλά όχι τόσα πολλά όπως παλιά.
-Στα αρχαία χρόνια ζούσαν εκεί πολλές διαφορετικές φυλές,
ακόμα μπορείς να βρεις ίχνη τους σε ερείπια και σε σπηλιές.
-Όταν ήμουν παιδί το μισό της κοιλάδας ήταν βυθισμένο κάτω από το νερό.
Τώρα υπάρχει μόνο αυτή η μικρή λίμνη με το νησί, και αυτό είναι όλο όσο μπορώ να θυμηθώ αυτή τη στιγμή.
-Όταν γίνεσαι γέρος υπάρχουν και σφιχτοί πόνοι και ξεχειλωμένα παντελόνια, παντελόνια.
-Τα Χαλαρά Παντελόνια είναι οι πιο πιστοί,
είναι οι πιο φίλοι που θα μπορούσες ποτέ να ζητήσεις.
Χαλαρά Παντελόνια, Χαλαρά Παντελόνια, Χαλαρά Παντελόνια.
-Κάποτε γνώρισα έναν τύπο που πούλαγε όνειρα σε αρκετά υψηλές τιμές.
Τώρα που το σκέφτομαι, αυτός ο τύπος μπορεί να ήμουν εγώ.
-Όταν ήμουν μικρός κλόουν φορούσαμε πραγματικά καπέλα με μεγάλες ανέκδοτες φούσκες.
Θα μπορούσα να ρίξω έναν βούβαλο με τις μπουλμπούλες μου.
Γνωρίζω το φτωχό αυτό το ζώο, φτωχό ζώο.

Leave Comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.