Το εξημέρωμα της πρώτης Ημέρας του εξηκοστού έβδομου έτους Μετά Διατομών, πρωτοχρονιά δηλαδή, την πέμπτη Ώρα, αυγή δηλαδή, βρίσκει τον Τσόκι να προσπαθεί να αποχαιρετήσει την Έρι.

“…Από τη στιγμή …θα χωριστούμε και μετά …ο πόνος θα γίνει πείνα …Ψάξε …να με βρεις …εκεί που ο φίλος μου ο Ρο κάποτε μου πρότεινε …να πάμε …Στις παλιές αίθουσες εδεσμάτων σίγουρα θα γυρνώ!”
“Αν θέλουμε να ξαναβρεθούμε θα πρέπει να προσαρμοστούμε σε οτιδήποτε. Νοιώθω να έρχονται. Αγάπη μου, φοβάμαι, δεν θα σε ξαναδώ, αντίο, φύγε για να ζήσει η ελπίδα μου.”
Αναμενόμενα απροσδόκητα, δεν θα προλάβει να της φιλήσει με τη σειρά του αντίο, καθώς στην έξοδο της γέφυρας των ναών καταφθάνουν οι έξαλλοι να τον εκδιώξουν, Κέρ, Βέρ και Ρούς, λέγοντας και εκείνοι δύο προτελευταία λόγια.
“Τι κάνεις εσύ ακόμα εδώ; Δεν το πήρες το ντάνταγμά σου; ΘΥΣΊΑ!”,
“Το κρέας του χαλάει εύκολα. Δικιά μου η πρώτη μπουκιά!”,
“…”
Άγουρα αφυπνισμένοι, ξεκινούν για ένα κυνήγι άνευ προηγουμένου, ενός εκτινασσόμενα καλπάζοντα, πληγωμένα ικανοποιημένου, συναισθηματικά γεμάτου, ελαφρύ από ζώνη με τσέπες, Τσόκι. Δεν έχουν μείνει πολλές επιλογές και πρέπει να τους μπερδέψει να τον ακολουθήσουν, να αφεθεί χώρος στην Έρι, ώστε να φύγει από την άλλη. Πρέπει να κεντρίσει την προσοχή όλων.
“Δεν θα αντέξω για πολύ αυτό το κρυφτούλι. Για αυτό και θα ‘θελα να πω κάτι και εγώ για το τέλος! Πρώτα, θα ‘θελα να δηλώσω ποιός ήμουν!”

Χωρίς πολύ κόπο, ανακαλεί τις καθαρές σαν κρύσταλλο πληροφορίες που είχε διδαχθεί από τον διοικητή του Μανκί και μαγεύει το κοινό του. Έτσι καταφέρνει να δραπετεύσει από άλλη μία στενάχωρη κατάσταση και να κάνει αυτό που μπορεί καλύτερα. Να αναζητήσει ξανά την τύχη του στο κενό.
Θα τα καταφέρει και θα βρει τον δρόμο του, οι οδηγίες που του είχε δώσει ο Ρό ήταν για ακόμα μια φορά ορθές.

Το εξημέρωμα της δεύτερης Ημέρας, εξηκοστού έβδομου έτους Μετά Διατομών, θα τον βρει να περιμένει την Έρι, ψάχνοντας για προμήθειες στις εντελώς εγκαταλειμμένες Αίθουσες Εδεσμάτων.
Το σύμπλεγμα των αιθουσών γεμίζει με το μέγεθος και τις περίτεχνες κατασκευαστικές λεπτομέρειές του καλύπτοντας τις ορέξεις του για θέαμα και εμπειρίες. Δεν μένει ανικανοποίητος και ξεχνά για λίγο την πείνα του. Η δίψα του όμως επανέρχεται με πόνους στη κοιλιά του, που τον διπλώνουν. Πέφτει στα τέσσερα και σέρνεται από αίθουσα σε αίθουσα, από πάγκο σε πάγκο ακολουθεί σταγονίδια υγρασίας, ώσπου τελικά, στο οκταγωνικό σε κάτοψη, παλιό αποχωρητήριο, παρά την άθλια κατάστασή του, βρίσκει λίγο αλλά δροσερό πόσιμο νερό.

Οι διακοσμημένοι νιπτήρες που θα τον ξεδιψάσουν είναι σε καλή κατάσταση και αναθαρρεί. Ζωγραφιστοί και σκαλιστοί, με παραστάσεις από την ιστορία του ανθρώπινου είδους σε δράση, αντανακλούν μια πληθώρα χρωμάτων στην λευκή οροφή και σε συνδυασμό με τη δίψα του ενδείκνυνται για λίγη ψυχαγωγική ξεκούραση.
“Στο άμεσο μέλλον, η τέχνη τους θα τους οδηγήσει και τους δύο πίσω στο σπίτι. Όλοι μαρτυρούν την άνοδο και την πτώση της Ομάδας της Ελληνικής Αστρομετανάστευσης, ένας οδηγός για την ανθρωπότητα από την αρχή, καθ’ όλη την ιστορία της, μέχρι το τέλος της.”
