(#053) “Το νησί των χιλίων κυμάτων” 

Ο Ρις στέκεται και κοιτά κοντά τη Σπηλιά και μακριά στο νησί. Στο βάθος πίσω από τα τοιχώματα με τα ιερογραφικά, μέσα από τα σύννεφα που ενώνουν την σημαία στη κορυφή του νησιού με το σύμπαν, ίσα που διακρίνεται ο ομοιοστατικός θόλος.
Όπως κάθε φορά που παίζει την τράπουλα στα χέρια του, φωνές αρχίζουν αντηχούν στο μυαλό του. Φωνές που αντανακλώνται στο γιγάντιο θόλο και επιστρέφουν πίσω ενισχυμένες. Το τέλος του βιβλίου του, Παραισθήσεις Εποχών, πλησιάζει και σύντομα θα σιγήσουν.

“Ιερογράφησέ μας πως έπεσαν οι σύντροφοί μας;”

Μένει μια ιστορία, μια ακόμα ιστορία, μικρή, να γεμισει το μεγάλο κενό της απουσίας των εκλειπόντων φίλων του. Μένει να αποδοθεί φόρος τιμής στους τελευταίους πεσόντες των Ανεμάκι. Σε κείνους που με τη θυσία τους ανέβασαν τις αρχές της φυλής στο πιο ψηλό σημείο, καθιστώντας ικανό τον οποιοδήποτε, από τα αμέτρητα περιπλανώμενα διατεμάχια, περνά, να δεί από μακριά τις αρχές και τα ιδεώδη που διέπουν το Άνιμα Κει. Και αν δεν φοβάται και θέλει και μπορεί, να πλησιάσει ή αλλιώς να πάρει τον δρόμο του.

“Αν βλέπατε πίσω στο Άνιμα Κει, από την κορυφή της νήσου, την ομορφιά που μοιραζόμαστε στα χέρια μας, ό,τι είδαμε και εμείς ανάμεσα σε χίλια κύματα, δεν φαντάζομαι τι μπορεί να κάνατε φυλή!
Είμαστε τόσο κατσικολάγνοι όλοι που μπορεί να κολυμπούσατε μέχρι εκεί για λίγη λαχταριστή εκδίκηση!”

“Τότε, Ρις μου, να το θυμάσαι, ο Γκρίζλι και ο Ντάμαν, η Φυσό και ο Άστερ, η Τρίνα και ο Όϊαν, ο Μίτσο ο τελευταίος, πεθάνανε. Προς τιμήν τους προτείνω να ονομαστεί η φυλή εκ νέου. Το νέο όνομα της να γίνει φυλή των Ανιμάκι.”

Leave Comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.