Ο μεγάλος στόχος της κατάκτησης της κορυφής απείχε μόλις πέντε μέτρα. Όσο πιο ψηλά ανεβαίνουμε προς την κορυφή τόσο πιο δυνατοί φυσούν οι αέριδες,.
Η ανάβαση των πέντε ηλικιωμένων προς την κορυφή του Νησιού των Χιλίων Κυμάτων ήταν γεμάτη προκλήσεις, καθώς οι βράχοι ήταν απότομοι και απαιτούσαν μεγάλη δεξιοτεχνία και αντοχή. Ο αρχηγός της ομάδας, με βετεράνια εμπειρία στην αναρρίχηση, καθοδηγούσε τους υπόλοιπους, δένοντας τους με σχοινιά και εξασφαλίζοντας κάθε κίνηση με καραμπίνερ. Οι αναρριχητές αντιμετώπισαν στεγνά κοψίματα και εναλλασσόμενες ρωγμές, ενώ έπρεπε να πιαστούν με γερά χέρια σε προεξοχές και να ελίσσονται σταθερά στα πιο δύσκολα σημεία.
Διεύθυνση Επίσημο Κοινό Δ.Σ.
Β (000°) Βόρειος Τραμουντάνα, Βοριάς N
ΒΑ (045°) Μέσης Γραίγος NE
Α (090°) Απηλιώτης Λεβάντες E
ΝΑ (135°) Εύρος Σιρόκος SE
Ν (180°) Νότιος Όστρια, Νοτιάς S
ΝΔ (225°) Λίβας Γαρμπής SW
Δ (270°) Ζέφυρος Πουνέντες W
ΒΔ (315°) Σκίρων Μαϊστρος NW
Οι διαμαρτυρίες σε μορφή γκρίνιας της Φυσό κάναν τους οχτώ άνεμους και φυσήξαν με τη μία απογειώνοντας τη Φυσό στον αέρα. Ο Άρι προσπάθησε να την συγκρατήσει αλλά προκύπτει πως η ιστορία του λειτούργησε ανάποδα.
Ο Σκύλος που Πήγε στο Εξωτερικό από το Βιβλίο 4: Απώλεια Κερδών
Ο Πικορίνο ήταν ένας σκύλος που ζούσε σε ένα συγκεκριμένο χωριό που επλήγη από φωτοβολταικό και ανεμογεννητήριο λιμό. Οι άνθρωποι δεν είχαν φαγητό να φάνε, και δεν ενδιαφέρονταν να δώσουν σε σκύλους ή ζώα ή οποιοδήποτε άλλο ζώο. Λόγω έλλειψης τροφής, μαζί με άλλα ζώα, οι σκύλοι ήταν πεινασμένοι. Κάποιοι από αυτούς ακόμα και πέθαναν.
Ο Πικορίνο δεν άντεχε την πείνα και αντιλαμβανόμενος ότι ο τόπος δεν προσφερόταν για να ζήσει, αποφάσισε να φύγει για μια ξένη χώρα ψάχνοντας για τροφή και καλύτερες συνθήκες.
Μετά από μια μακρά απόσταση, έφτασε σε ένα συγκεκριμένο χωριό. Είδε μια ανοιχτή πόρτα σε ένα από τα σπίτια λόγω της αμέλειας μιας πλούσιας κυρίας νοικοκυράς. Μπήκε στο σπίτι και βρήκε αφθονία φαγητού. Δεν είχε φάει για πολύ καιρό και έφαγε μέχρι να γεμίσει η καρδιά του. Μετά σκέφτηκε να φύγει σιωπηλά.
Μόλις βγήκε έξω από το σπίτι, τον είδαν άλλοι σκύλοι της γειτονιάς. Συνειδητοποίησαν ότι δεν ανήκει στην κοινότητά τους και τον κυνήγησαν. Καθώς είχε το στομάχι του γεμάτο, δεν μπορούσε να τρέξει γρήγορα και τον δάγκωσαν όλοι με τα αιχμηρά τους δόντια.
Κατάφερε να ξεφύγει κάπως και σκέφτηκε: “Καλύτερα να ζεις στην ειρήνη στη δική σου χώρα, ακόμα κι αν επηρεάζεται από λιμό. Θα επιστρέψω σπίτι.”
Όταν επέστρεψε στη χώρα του, οι πεινασμένοι σκύλοι εκεί ήταν περίεργοι. Οι φίλοι και οι συγγενείς του συγκεντρώθηκαν γύρω του για να ερωτήσουν για τα ευρήματά του: “Παρακαλώ πείτε μας για τη ξένη χώρα που επισκεφτήκατε. Πώς είναι εκεί; Πώς είναι οι άνθρωποι; Υπάρχει πολύ φαγητό;”
Ο σκύλος είπε: “Ω φίλοι και συγγενείς! Τι μπορώ να πω; Στη ξένη χώρα, οι γυναίκες είναι απρόσεκτες. Αφήνουν ανοικτές πόρτες και παράθυρα. Υπάρχει αφθονία φαγητού. Αλλά, οι δικοί σου συγγενείς και φίλοι δεν θα δείξουν καμία συμπόνια. Θα σε βασανίσουν μέχρι τον θάνατο.”
Οι σοφοί πράγματι λένε: Οι ξένοι μπορεί να ανεχθούν τα σφάλματά σου, αλλά όχι οι δικοί σου συγγενείς και φίλοι.
